Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Ο ξένος


  Ο ξένος

Ως να μην είχε θέση στον κόσμο
τούτο, κοιτούσε γύρω παράξενα.
Βάδιζε μέρα – νύχτα σχεδόν.
Στην αγορά ή στο θέατρο, στο πάρκο ή στο σπίτι,
ήταν στο δρόμο. Ένας ξένος που κοίταζε οδούς και αριθμούς. Έλειπαν  όμως
η οδός του κ’ η πόρτα του. Μόνος του, δίχως
κλήρο στο χώμα ν’ ακουμπήσει τα γόνατα
για μια προσευχή, π ο ύ ν α π ά ε ι
 κ α ν ε ί ς
ό τ α ν ε ί ν α ι έ ν α ς ξ έ ν ο ς;
Νικηφόρος Βρεττάκος





Ο Ξ έ ν ο ς
Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.
Γιώργος Μαρκόπουλος, Από τη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί»


Ξενιτειά
Ξένος ὁ τόπος κι ὁ καιρὸς κι οἱ ἄνθρωποι ὅλοι ξένοι
μὲς στὴ μεγάλη μοναξιά. Μάταια ζητῶ ἕνα φίλο,
μὰ ἐκεῖ ποὺ παραδέρνομαι στὴ νύχτα τὴ θλιμένη,
ἀκούω σὲ κάποιο ἀλύχτημα τὸ σπιτικό μου σκύλο.
(ἀπὸ Τὰ Ἅπαντα, Δ´, Ἐκδοτικὸς Οἶκος Χρήστου Γιοβάνη 1968)
NIΡBANAΣ ΠΑΥΛΟΣ


«Εμείς δεν μεταναστέψαμε σαν τα πουλιά
σε σχηματισμό «V»…
 Στα σύνορα
 η τελευταία γουλιά δακρύων
 δάγκωσε τις λέξεις
και με το όνομα της μάνας
 βρέξαμε τα στεγνά μας χείλη»
(Λουάν Τζούλι, Αλβανίδα ποιήτρια, Μετανάστευση).

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Από το όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού του Γιάννη Ρίτσου


Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ' τα δέντρα
κανένας δεν την άκουσε
Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
που τ' ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
και γύρισαν απ' τα' άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.

Η Παναγία στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη

Ένας από τους πλέον διάσημους, ουσιαστικούς και προφητικούς ποιητές του καιρού μας, με διεθνή φήμη, βραβείο Νόμπελ, σημαντικός για όλο τον κόσμο και μεταφρασμένος σχεδόν σε όλες τις γλώσσες, ο μέγιστος λυρικός μας ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ αγάπα να αναφέρεται συνεχώς και να επανέρχεται αφειδώς σε όλες τις ποιητικές συλλογές του στο μοτίβο της Μαρίας και της Παντάνασσας. Συνδέοντας την Παναγιά με τα πεπρωμένα της Ρωμιοσύνης προσδοκά πάντοτε στην βοήθεια Της για την βελτίωση της ζωής και την πνευματική ανάταση του ελληνικού σύμπαντος.
Στην συλλογή του "Ήλιος ο πρώτος", ανάμέσα σε σύμβολα που ενισχύουν την παντοκρατορία της ελλαδοκεντρικής αιγαιακής ιδεολογίας του η Παναγία δεσπόζει ως παρουσία με ποικίλες επικλήσεις, παρακλήσεις και σποραδικές σημαίνουσες αναφορές:

ΝΑΥΤΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΟΥ

Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της
Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας
Άγγελοι! Σία τα κουπιά
Ν' αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!
..........................
Νονά των άσπρων μου πουλιών
Γοργόνα Ευαγγελίστρα μου!
.......................................
Γρήγορα Παναγιά μου γρήγορα
Κιόλας ακούω τραχειά φωνή ψηλά πάνω απ' τις ντάπιες
Χτυπάει χτυπάει στις χάλκινες αμπάρες
Χτυπάει χτυπάει κι αντριεύεται
....................................
Κι η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά
Το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει!

Σε μια άλλη συλλογή του, που τιτλοφορείται "ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ" υμνεί και τραγουδά :

Με το καίκι και με τα πανιά της Παναγίας
Έφυγαν με το κατευόδιο των ανέμων.......
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ' την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας.

Στο πολύπτυχο, εμβληματικό, χιλιοτραγουδισμένο "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" ο Ελύτης δανείζεται κλασικά μορφολογικά και φραστικά μοτίβα των Χαιρετισμών:

Άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη
Των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
Ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τα' αλώνια
Ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε :

Χαίρε η καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

Χαίρε του παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία

Χαίρε η Ονειροτόκος, χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική.

Στον ίδιο ποιητή συναντάμε τη μορφή της Παναγίας σε ποίημα της συλλογής "ΤΑ ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ", όπου με μια πολύ παραστατική μεταφορά, φαίνεται να κυριαρχεί στο Αιγαίο ως μητριαρχική μορφή. Εικόνες σαν κι αυτήν που για τον κοινό νου μοιάζουν παράδοξες απαντούμε συχνά στην ποίηση του Ελύτη και εντάσσονται στα πλαίσια μιας ελλαδοκεντρικής και θαλασσοκεντρικής κοσμογονία που οραματίζεται ο ποιητής :

Η Παναγιά το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της,
Τη Σίκινο, την Αμοργό και τα' άλλα τα παιδιά της...

Τέλος ας ακούσουμε την φωνή του Οδυσσέα Ελύτη μέσα από το ποίημά του με τον τίτλο "ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ" :

Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ' την αρχική φωλιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

Η Μορφή της Παναγίας στην ποίηση του Κωστή Παλαμά.



Η κατανυκτική αγάπη του λαού μας, ιδιαίτερα προς την Παναγία, η λατρεία και η αφοσίωση του Έλληνα προς την Θεοτόκο, είναι ανάλογη προς την άπειρη στοργή που ξεχειλίζει από τα μάτια Εκείνης προς όλον τον κόσμο. Και δεν χρειάζονται υψηλονόητοι και βαθυστόχαστοι θρησκευτικοί στοχασμοί για να νιώση κάποιος τη θαλπωρή της ματιάς Της, όταν σε κοιτάζη. Το γονάτισμα του απλοϊκού προσκυνητή μπροστά στην εικόνα Της είναι η πιο γνήσια μεταφυσική διάσταση της ψυχής του.
Αυτό το γονάτισμα και η αφοσίωση του ελληνικού λαού στην εικόνα της Παναγίας είναι φαινόμενο που πάει πέρα από την θρησκευτική πίστη, πέρα από το δόγμα. Η Παναγία σκλαβώνει με το βλέμμα Της και τους άπιστους ακόμα. Μια ματιά ρίχνει, υψώνει το χέρι Της, σαν για να σ’ ευλογήση και νιώθεις μέσα σου την παρουσία του Θεού. Αισθάνεσαι ένα ψυχικό τίναγμα, μια μυστική συγκίνηση που σε πλημμυρίζει με ανείπωτη χάρη. Σε κοιτάζει από την εικόνα Της η Μεγαλόχαρη και η ματιά Της σε γεμίζει καρτερία, ελπίδα και στοργή.
Την εικόνα και τη ματιά της Παναγίας ύμνησαν οι λογοτέχνες. Και όχι μόνον οι αληθινοί πιστοί, αυτοί που έμειναν άγγιχτοι από τις επιστημονικές αμφιβολίες του υλισμού, μα και εκείνοι οι κομματιασμένοι από αμφιβολίες και αντιφάσεις. Ανάμεσα στους δεύτερους και αυτός ο μεγάλος ελληνολάτρης ποιητής Κωστής Παλαμάς, αυτός ο διχασμένος, ο εγκεφαλικός, που, όπως τον κατηγόρησαν, του έλειπε η λυρική αίσθηση της μεταφυσικής. Κι όμως ο Παλαμάς βυθιζόταν ολοένα και πιο πολύ μέσα στα άδυτα της ψυχής του και προσπαθούσε να συλλάβη κάποια κρυφά μιλήματα που έβγαιναν από μέσα του.
Ο ίδιος παραδέχεται τον δυαδισμό του σε ελληνολάτρη και χριστιανό. Αποκαλυπτικός είναι στο ποίημά του «Απόκριση» στην «Ασάλευτη ζωή» (κεφ. ΣΤ` «Άπαντα» τομ. 10 σελ. 451). Εκεί εξηγεί την όλη πνευματική του πορεία που σημαδεύτηκε από μια διαρκή και επίπονη πάλη ανάμεσα στο νου και στην καρδιά του. Γράφει: «Ο ποιητής μου είναι, η πιο σωστά φαίνεται, να είναι Ελληνολάτρης, μα η λατρεία του πιο πολύ του νου θρησκεία αποτέλεσμα και σημάδι μιας μόρφωσης. Η καημένη του καρδιά του λέει κάτι άλλο: ….Του λέει η συνείδησή του πως δεν είναι άδολη εθνική, πως ίσα με την ευωδιά του ρόδου τον μεθά και το λιβάνι, πως μαζί με την Παρθένα την Αθηνά, που συχνά πυκνά έρχεται στην άκρη του κοντυλιού του, η Παναγία η Αθηνιώτισσα του παρουσιάζεται και την τραγουδά πιο γκαρδιακά και ειλικρινέστερα….» Το ίδιο εννοεί και στη «Φοινικιά», σε αυτό το αριστουργηματικό ποίημα της «Ασάλευτης ζωής»..
«…Ήρθε και κλείστη μέσα μου, ποιός να το πιστέψει, μια κολασμένη και μια θεία, η Σκέψη, η Σκέψη…»
Και αυτός, λοιπόν, ο δύσπιστος και κριματισμένος άνθρωπος-ποιητής γυρεύει τακτικά και εναγώνια την λυτρωτική σκέψη. Σε πολλές στιγμές, σε ώρες συνειδησιακής κρίσης, εκφράζει τη γνήσια μεταφυσική διάσταση της ψυχής του, ατενίζει τον ουρανό και δέεται με πόνο ψυχής. Στα «Κασσιανικά» του ποιήματα, όπως τα αποκαλεί ο ίδιος, αποκαλύπτει παραστατικά το σπαραγμό της ψυχής του, το παράδερμά του από την κλίση του προς την αμαρτία και αυτοτιμωρούμενος σκαλίζει τα τραύματα του ηθικού του κόσμου. Τότε είναι που βλέπει αόρατο ένα χέρι πάνω από το κεφάλι του να τον ευλογή:
« Κι απάνω απ’ το κεφάλι μου αόρατο ένα χέρι
κάποιο μεγάλο χέρι μ’ ευλογούσε…» ( «Εκατό φωνές»)
Εύγλωττα εξομολογητικοί είναι και οι στίχοι του σε μια μύχια προσευχή του προς την Παναγία στο ποίημά του «Μυστική παράκληση», που είναι μια δραματική, καθαρά θρησκευτική έκφραση της ψυχής του. Να μερικοί στίχοι του:
«Δέσποινα,
κανένα φόρεμα τη γύμνια μου
δε φτάνει να σκεπάσει
……………………….
Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
μονάχα εσένα πίστεψα
και λάτρεψα μονάχα εσένα,
κι ως τώρα μέσ’ στα αιματοστάλαχτα
μιας οργισμένης δύσης
Δέσποινα, στήριξέ με εσύ
και μη μ’ αφήσεις…..
Η Παναγία για τον Παλαμά είναι στήριγμα, καταφυγή και παρηγοριά. Η γλυκειά και ταπεινή μορφή της είναι γι’ αυτόν λιμάνι εξαγνισμού, πρόσωπο ιερό, που εμπνέει ελπίδα και ανακούφιση στον μικρό και τον αδύνατο. Συνεχίζει στην «Μυστική Προσευχή» του:
«….Α! δείξου στο μικρό και στον ανήμπορο
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς
και φτάσε καθώς φτάνεις στους αμαρτωλούς
και δείξου καθώς δείχνεσαι στους σκλάβους
η Αγία Ελεούσα……»
Πόσο εξομολογητικός και πόσο δραματικά ενδοσκοπούμενος δείχνεται και στη θερμή ικεσία του στην Παναγία στο ποίημά του «Ήθελα», που περιλαμβάνεται στη μεταθανάτια συλλογή του, που την εξέδωσε ο γιος του Λέανδρος με τίτλο: «Βραδινή φωτιά»:
«…Και τα γόνατά της ν’ αγκαλιάσω
και τα χέρια της να γλυκοσκεπαστώ
και να της ξομολογηθώ και να της ξεσκεπάσω
ο,τι μέσα μου κρύβεται κλειστό
ο,τι ντρέπομαι να πω κι ο,τι φοβάμαι,
κάποιες άκαρπες, άθλιες αμαρτίες,
ο,τι σκληρό με τυραννά κι ο,τι θέλω να’ μαι
τις άγριες κυνηγήτρες μου Ερινύες…»
Κατανυκτικός ύμνος στην Παναγία είναι και οι παρακάτω στίχοι του όπου εξυμνεί τη στοργική και ελπιδοφόρα ματιά της. Κοιτάζει από την εικόνα της η Μεγαλόχαρη την παρέλαση του ανθρώπινου πόνου και η ματιά της μεταδίδει καρτερία και ελπίδα:
«Η σκέπη και του ανθρώπου εσύ, τ’ αγγέλου εσύ και η δόξα,
με τη χαρά σου χαίρεται, χαριτωμένη η κτίση!
Μητέρα των ανέλπιδων κι όλου του κόσμου σκέπη,
κάτω από σε και οι ανέλπιδοι κι όλος ο κόσμος ίσοι!
Μπρος στην εικόνα σου γυρτός ο κόσμος με το στόμα
τρεμουλιαστό, κρεμάμενο μόνο απ’ τόνομά σου
κι από τη σκέψη σου, Κυρά, κι από τ’ανάβλεμμά σου,
μ’ ένα τροπάρι μυστικό, με μια πνιχτή μουρμούρα
δυό απέραντα μονόλογα: Χαίρε Χαριτωμένη!…»
Αλλά και στη «Φλογέρα του Βασιλιά» ζωγραφίζει ζωντανά την πιο αγνή και αυθεντική μορφή της και την επίδρασή της στους προσκυνητές:
«Μοναχική, ξαρμάτωτη κι απάνω εδώ αραγμένη
μακριάθε, ανέγγιχτη, άχαρη και σαν πνιγμένη μέσα
σ’ ένα φακιόλι κόκκινο, σ’ ένα μαντό γεράνιο
χωρίς κοντάρι και σκουτάρι, ουδέ γοργόνειο σκιάχτρο
μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά, το χέρι στην καρδιά της,
μια σιταράτη, μια γλυκειά, μια ταπεινή σα χήρα
σαν κουρασμένη, σα φτωχιά, σαν έρμη, σαν κλαϋμένη,
μηδέ κοντή, μηδέ ψηλή, μα σα να βρίσκεται όλο
σε ψήλωμα που ξετυλιέται, αγάλια, αγάλια, θάμα.
Μόνο άπλωνε τα χέρια της κι όσοι μπροστά της πέφταν
και κάτω από το χέρι της γονατιστοί λυγίζαν,
μόνο η ματιά της κοίταζε κάτω απ’ τη ματιά της
μάρμαρα ανθρώπων και θεοί ραγίζανε και λιώναν…»
Και σε πολλά άλλα σημεία του ογκωδεστάτου έργου του ο Παλαμάς, όταν βρίσκεται μπροστά στην αγία μορφή της μεγάλης Κυράς, εγκαταλείπει τις αμφιβολίες του. Η μορφή της του γαληνεύει την ψυχή και οι στίχοι του στάζουν κατάνυξη και τρυφερότητα.
ΠΗΓΗ1
ΠΗΓΗ2
 http://gerontesmas.com/?attachment_id=63778

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών και στο Χριστό που διασχίζει την Ιστορία…




Τι άνεμος, Θεέ μου! Πως μούσκεψες έτσι;
Πως μπλέχτηκαν έτσι τα μαλλιά σου, Μαρία;
Τι στέκεις στην πόρτα; Πέρασε μέσα.
Έχω λίγη φωτιά. Θα σου κάνω ένα τσάι.
(Ο μισθός μας μικρός κι’ οι φίλοι μας άμισθοι.
Αυτός είναι ο κόσμος μας). Περισσεύει ένα σάλι.
Το σπίτι είναι ανάστατο. Κοιτάζεις περίεργα.
Πέρασε μέσα.
........................................................
 Χρειάζεται ο καιρός ρούχα ψυχή μου,
Για ώρες βροχής, για ώρες ανέμου,
για ώρες αφέγγαρης λύπης και νύχτας. 
Γύρω από την ερημιά της ελπίδας,
χρειάζεται ο κόσμος έναν ορίζοντα. 
(Ν-Βρεττάκος)

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Έφτασε ο Χριστός στο μέγαρο του Ο.Η.Ε.


Σπρωγμένος από ένα πλήθος κουρασμένο και καταπονημένο,
Έφτασε ο Χριστός στο μέγαρο του Ο.Η.Ε.
Είχε το πολύ χλωμό πρόσωπο του ανέργου,
Το αβέβαιο βήμα του πρόσφυγα,
Τους κυρτωμένους ώμους του ανθρακωρύχου,
Τη ματωμένη καρδιά του νέου.

Δεν ήταν συστημένος από κανένα.
Μονάχα τα δάκρυα των ταπεινών τον έκαναν να προχωρεί.
Χτυπά την πόρτα. Αλλά γι αυτόν υπήρχε το «βέτο».
Οι άνθρωποι δεν ήταν ελεύθεροι. Τον άφησαν μόνο Του.
Στο κατώφλι του πολιτισμένου κόσμου βρήκε τη βαρβαρότητα.

Διάβασε σε μια πινακίδα:
Και κυριεύτηκε από συμπόνια.
Από κάτω ήταν γραμμένα:
«Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ειρήνη»,
αλλά μια χήρα πολέμου Του λέει πως κανείς δεν τη σκέφτεται.
«Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ελευθερία»,
αλλά ένας πρόσφυγας άρχισε να κλαίει.
«Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στη δικαιοσύνη»,
αλλά τότε ακούστηκαν οι φωνές των εξόριστων, των αδικουμένων.
Και ο Χριστός ξανακατέβηκε τα σκαλοπάτια του γυάλινου μεγάρου.
Όταν το πλήθος του ζήτησε τα αποτελέσματα της επίσκεψής Του
ο Χριστός άπλωσε τα χέρια:
ήταν ακόμα σταυρωμένος,
σαν τη Μεγάλη Παρασκευή.

Τότε το πλήθος διαλύθηκε.
Έβρεχε
Και ο Χριστός έμεινε κάτω από τη βροχή, όπως τόσοι άλλοι.
Μόνος και πικραμένος…

Πιέρ Τορρεζίν

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!




Συμβιβάστηκε με την πικρία ο κόσμος.
                         Αλλά .......
Καθαρό πάλλεται το καινούριο μας όνειρο,
μας τραβάει απ' το χέρι Αόρατο Χέρι.
                       
                           "Οδυσσέας Ελύτης"

           ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Νικηφόρος Βρεττάκος ''Τό δύσκολο ὄρος''



Πῆρε τούς μαθητές του ὁ Ἰησοῦς κι ἀνηφόρισε
στό δύσκολο Όρος, στήν κορφή του ὅπου εἶναι
μόνος κανείς, σέ σύννεφα ἀνάμεσα καί σέ ἀνέμους.
Καί εἶπε, χωρίς νά ξέρει ἄν ἀκούγεται:
“Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀλήθεια κ’ ἡ ἀλήθεια ἀγάπη”.
Καί τό ὅτι κανείς δέν κατάλαβε τίποτε
τό εἶδε στά πρόσωπα τῶν μαθητῶν του
πού κοιταζόντουσαν.
Νιώθοντας μόνος
ἀνάμεσα στό κενό καί τό ψύχος,
ἔμεινε ἀκίνητος ὡς νά μαρμάρωσε
καί βυθίστη σέ συλλογή: “Γιά πόσον καιρό;”
Καί βλέποντας κάτω τή θάλασσα,
ταράχθηκε σφόρδα: “Ὥσπου τό πλήρωμα
νά ρθεῖ τῆς ἀγάπης, μπορεῖ νά χρειαστοῦν
τόσα δάκρυα ὅσα εἶναι ὅλες οἱ θάλασσες”.
Καί ξεκίνησε ἔπειτα, ἔτσι ὅπως ἤτανε,
γιά τούς αἰῶνες. Μετακινιόταν τό Ὅρος,
μέ αὐτόν στήν κορφή, διπλωμένον στά σύννεφα.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Γιάννης Ρίτσος “Κυριακή”

Γιάννης Ρίτσος “Κυριακή”

 Κυριακή, και μας ξύπνησαν οι καμπάνες.
Βγήκαν τα παιδιά με τα ποδήλατα.
Βγήκαν τα πουλιά με τις καρότσες.
Κ’ ένα φύλλο στάθηκε και ρώτησε:
Τι θα γίνω εγώ μονάχο μου στο ψήλωμα
να με δέρνει ο αγέρας και το πέλαγο
κι ούτε να ‘χω ένα σκοινί να το τραβήξετε
να σας φυλλοκαμπανίσω όλο το πράσινο;

Φωτογραφία - ΑΜΟΡΓΟΣ
Φωτογραφία - ΑΜΟΡΓΟΣ
        Κυριακή, και μας ξύπνησαν οι καμπάνες.
Βγήκαν τα παιδιά με τα ποδήλατα.
Βγήκαν τα πουλιά με τις καρότσες.
Κ’ ένα φύλλο στάθηκε και ρώτησε:
       Τι θα γίνω εγώ μονάχο μου στο ψήλωμα
 να με δέρνει ο αγέρας και το πέλαγο
          κι ούτε να ‘χω ένα σκοινί να το τραβήξετε
         να σας φυλλοκαμπανίσω όλο το πράσινο;

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Αν ο Χριστός χτυπήσει την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;.


Θα έλθει ίσως σαν άλλοτε φτωχός
Κι αποδιωγμένος.

Σαν ένας εργάτης,
Σαν ένας άνεργος
Η ένας απεργός που αγωνίζεται σε δίκαιη απεργία
Μπορεί να είναι ασφαλιστής
Κι ακόμη πωλητής ανεμιστήρων…
Θ’ ανεβαίνει, αδιάκοπα σκαλοπάτια,
Θα σταματά σε κεφαλόσκαλα
Μ΄ ένα χαμόγελο γλυκό
Στο θλιμμένο του πρόσωπο…
Μα το κατώφλι σας είναι τόσο σκοτεινό…
Άλλωστε, πως να δεις το χαμόγελο αυτών που διώχνεις!

«Δεν μ’ ενδιαφέρει…», θα πείτε,
πριν ακόμη τον ακούσετε.


Κι αν βγει η μικρή σας υπηρέτρια, θα επαναλάβει το μάθημά της:
«Η κυρία έχει τους φτωχούς της»
και θα βροντήξει την πόρτα
καταπρόσωπο στον Φτωχό
που είναι ο ίδιος ο Σωτήρας.

Μπορεί ακόμη να είναι πρόσφυγας,
Ένας από τα δεκαπέντε εκατομμύρια προσφύγων,

Με κάποιο διαβατήριο του Ο.Η.Ε. στο χέρι,
Ένας από αυτούς που κανείς δεν τους θέλει
Και που περιπλανιούνται σ’ αυτή την έρημο,
Τον Κόσμο,
Ένας από εκείνους που πρέπει να πεθάνουν,
«γιατί κανείς δεν ξέρει από που έρχονται
άνθρωποι σαν κι αυτούς…».

Μπορεί να είναι κάποιος μαύρος,
Στην Αμερική,

Ένας νέγρος, όπως τον λεν,
Που κατάκοπος ζητιανεύει άσυλο μες στα ξενοδοχεία της Νέας Υόρκη,
Σαν άλλοτε, στην Ναζαρέτ,
Η Παναγία.

Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;
Θα έχει όψη κουρασμένη,

Καθώς είναι εξαντλημένος,
Συντριμμένος,
Αφού πρέπει να βαστάζει
Όλα τα βάσανα της γης…
Πρόσεξε!…Κανείς δεν δίνει δουλειά
Σ’ έναν τόσο κουρασμένο…

Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:
«Τι ξέρεις να κάνης;»
Δεν μπορεί ν’ απαντήσει: όλα.

«Από που έρχεσαι;»
Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.

«Τι θέλεις να κερδίσεις:»
Δεν μπορεί να πει: εσάς!
Έτσι, θα ξαναφύγει,
πιο κουρασμένος και συντριμμένος,

παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,
την Ειρήνη.

Ραούλ Φολλερώ

Σάββατο 21 Απριλίου 2012



Φέρτε γυναίκες το πικρό νερό
Να πιούμε για τον ήλιο
Να πιούμε για τον Κύρη μας που πάει να Σταυρωθεί.

Φέρτε γυναίκες μαύρα ρούχα
Και τη φωνή σας τη σπαραχτική
Ομάδι να θρηνήσουμε πριν κατεβεί στον Άδη.

Φέρτε γυναίκες τη βαθειά σιωπή
Να σκεπαστούμε, να πενθήσουμε
τον πόνο του Θεού που απλώθηκε
απ΄ τ΄ανοιγμένα του τα χέρια

Φέρτε γυναίκες το βαρύ καημό
μέσα στις μέρες τις εφτά
στην Εκκλησιά γονατιστοί
για να τον αναστήσουμε.

Σωτήρχος Τάκης

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

ΣΙΜΩΝ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ

Ὁ ἀφηνιασμένος ὄχλος τὸν προστάζει
νὰ φέρη τὸν σταυρὸ τοῦ Ἰησοῦ στὸν ὦμο.
Μετρῶντας τὸν ἀμέτρητο τὸ δρόμο
τρέμουν τὰ γόνατά του, ὁ ἱδρώς του στάζει.

Ἀγκομαχᾶ, τὰ κόκκαλά του τρίζουν,
σὰ νὰ σηκώνη ἀσήκωτο μολύβι,
σὰ να σηκώνη βράχο σκύβει, σκύβει
κι ἀυτοὶ τὸν σπρώχνουν, τὸν γελοῦν, τὸν βρίζουν.

Κι αὐτοὶ γελοὺν κι ἐκεῖνος κρυφοκλαίει,
καὶ μόνον ὁ κατάδικος, σιμά του
βαδίζοντας τὸ δρόμο τοῦ θανάτου
τὸν συμπαθεῖ, τὸν συμπονεῖ, τοῦ λέει:

-Βαρύς, δυστυχισμένε εἶν' ὁ σταυρός μου,
βαρύς! Ξέρεις μὲ τί εῑναι φορτωμένα
τὰ ξύλα του ποὺ θὰ δεχτοὺν ἐμένα;
Μ' αἰώνων ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ (1862-1924)
Φέρτε γυναίκες το πικρό νερό
Να πιούμε για τον ήλιο
Να πιούμε για τον Κύρη μας που πάει να Σταυρωθεί.

Φέρτε γυναίκες μαύρα ρούχα
Και τη φωνή σας τη σπαραχτική
Ομάδι να θρηνήσουμε πριν κατεβεί στον Άδη.

Φέρτε γυναίκες τη βαθειά σιωπή
Να σκεπαστούμε, να πενθήσουμε
τον πόνο του Θεού που απλώθηκε
απ΄ τ΄ανοιγμένα του τα χέρια

Φέρτε γυναίκες το βαρύ καημό
μέσα στις μέρες τις εφτά
στην Εκκλησιά γονατιστοί
για να τον αναστήσουμε.

Τάκης Σωτήρχος

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας, θα τον αναγνωρίσετε;

Αν ο Χριστός χτυπήσει αύριο την πόρτα σας,
Θα τον αναγνωρίσετε;
Θα έχει όψη κουρασμένη,
Καθώς είναι εξαντλημένος,
Συντριμμένος,
Αφού πρέπει να βαστάζει
Όλα τα βάσανα της γης...
Πρόσεξε!...Κανείς δεν δίνει δουλειά
Σ' έναν τόσο κουρασμένο...
Καθώς μάλιστα αν Τον ρωτήσεις:
«Τι ξέρεις να κάνης;»
Δεν μπορεί ν' απαντήσει: όλα.
«Από που έρχεσαι;»
Δεν μπορεί να σου πει: από παντού.
«Τι θέλεις να κερδίσεις:»
Δεν μπορεί να πει: εσάς!
Έτσι, θα ξαναφύγει,
πιο κουρασμένος και συντριμμένος,
παίρνοντας μαζί Του, μες στα γυμνά Του χέρια,
την Ειρήνη.