Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από το μάθημα. Β΄Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από το μάθημα. Β΄Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαρτίου 2019

Θεέ μου, είσαι άδικος….

 
Ήρθε με υφάκι ο μικρός, πήρε τα λεφτά που «του ανήκουν» (άκου θράσος το παλιόπαιδο) και την έκανε από το σπίτι του γέρου. Μόλις τα έφαγε όλα και έμεινε ταπί, μπροστά στο αδιέξοδο, πήρε την απόφαση να γυρίσει. Κι Εσύ εκεί, να τον περιμένεις. Γιατί; Τη ζωή του ήθελε να κάνει. Ας τα λουστεί τώρα.  Άσε που αυτό που έκανες ήταν αντιπαιδαγωγικό. Τον κακομαθαίνεις. Κι αν κάνει σε λίγο τα ίδια; Δίκιο είχε ο μεγάλος σου γιος και θύμωσε. Δεν είναι σωστό. Να έρχεται πίσω ο μικρός και να τα συγχωρείς όλα και να τον κάνεις πάλι γιο σου!! Ε, αυτό πάει πολύ…..
Αλλά, πιο πολύ ήθελα, Θεέ μου, να σε ρωτήσω το εξής: Εκεί όπως τον έβλεπες να έρχεται δεν σου βγήκε μια δικαίωση, ένας θυμός; Δεν σου πέρασε από το μυαλό το «έρχεσαι, ε…. τώρα θα δεις, αχάριστε»; Δεν σου ήρθε να του τα πεις ένα χεράκι; Την ώρα που τον αγκάλιαζες, δεν σου βγήκε να τον στήσεις απέναντι και να του πεις με οργή, ως πατέρας θιγμένος και ζημιωμένος, «εμείς οι δυο πρέπει να πούμε δυο κουβεντούλες»;
Εμένα δεν με βλέπεις κάτω από το σταυρό Σου; Μαζί με άλλους Χριστιανούς να περιμένουμε δικαίωση από το θάνατο αυτού του καθάρματος; Καλά τώρα…. Σοβαρά μιλάς; Επειδή σου είπε ένα «μνήσθητι», του λες με σιγουριά «από σήμερα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο»; Έτσι τον φαντάζεσαι, Θεέ μου, τον Παράδεισο; Ξέρεις τι έχει κανείς αυτός ο ελεεινός σε εμάς; Ξέρεις για τις κλοπές, τους φόνους, τις αδικίες του; Δεν βλέπεις τα χριστιανικά μας μάτια που βράζουν για εκδίκηση;
Άλλωστε, αυτός πεθαίνει πλέον. Πες του «θα ήθελα να κάνω κάτι για σένα, αλλά δεν έχουμε χρόνο να μου αποδείξεις ότι σωφρονίστηκες». Πες του μια παρηγοριά, μια ευχή. Μίλα του λογικά. Ε, όχι και «από σήμερα είσαι μαζί μου….». Τι σημαίνει ότι είδες τη μετάνοια στην καρδιά του; Δεν καταλαβαίνεις ότι σε εκμεταλλεύεται κι αυτός, όπως και ο μικρότερος γιος;
Συγχωρείς, συγχωρείς, συγχωρείς, αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς…. Πού θα πάει αυτή η ιστορία; Δεν βλέπεις εμάς που συνεχίζουμε το έργο σου; Δεν καταλαβαίνεις, Θεέ μου, ότι και η αγάπη πρέπει να έχει όρια;

Υ.Γ.: Ευχαριστώ τους μαθητές μου που καθημερινά μου δίνουν αφορμές γι’ αυτό το κείμενο. Τους εύχομαι να εγκαταλείψουν τα λογικά επιχειρήματα για έναν θεό της θρησκείας και να αγαπήσουν τρελά το Χριστό, που είναι ο Θεός της αγάπης. Ένα Θεό που υπερβαίνει τα δικά μας μέτρα και σταθμά, ένα Θεό που αρνείται να υπακούσει σε μια συμφεροντολογική και γι' αυτό κουτσή αγάπη, ένα Θεό που δεν εγκλωβίζεται σε θρησκευτικά κλισέ, ένα Θεό που μας "αδικεί" για να μας ΑΓΑΠΑΕI..
ΠΗΓΗ: https://theologosnaf.blogspot.com/2014/02/blog-post.html

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Ο ξένος


  Ο ξένος

Ως να μην είχε θέση στον κόσμο
τούτο, κοιτούσε γύρω παράξενα.
Βάδιζε μέρα – νύχτα σχεδόν.
Στην αγορά ή στο θέατρο, στο πάρκο ή στο σπίτι,
ήταν στο δρόμο. Ένας ξένος που κοίταζε οδούς και αριθμούς. Έλειπαν  όμως
η οδός του κ’ η πόρτα του. Μόνος του, δίχως
κλήρο στο χώμα ν’ ακουμπήσει τα γόνατα
για μια προσευχή, π ο ύ ν α π ά ε ι
 κ α ν ε ί ς
ό τ α ν ε ί ν α ι έ ν α ς ξ έ ν ο ς;
Νικηφόρος Βρεττάκος





Ο Ξ έ ν ο ς
Γιατί ο ξένος δεν γνωρίζει την πολιτεία την ημέρα.
Ο ξένος το βράδυ γνωρίζει την πολιτεία, όταν κοιμάται.
Το πρωί φεύγει πάλι με το στυφό ύφος
αυτού που έψαχνε κάτι και δεν το βρήκε.
Εσύ που κάποτε τον αγάπησες
όταν τον δεις να περνάει από την πόρτα σου,
δώσ’ του κάτι από εκείνη την παλιά τρυφερότητα,
και σκέψου μετά από χρόνια
ότι πέρασε κάποτε από τη ζωή σου ο Οδυσσέας.
Γιώργος Μαρκόπουλος, Από τη συλλογή «Οι πυροτεχνουργοί»


Ξενιτειά
Ξένος ὁ τόπος κι ὁ καιρὸς κι οἱ ἄνθρωποι ὅλοι ξένοι
μὲς στὴ μεγάλη μοναξιά. Μάταια ζητῶ ἕνα φίλο,
μὰ ἐκεῖ ποὺ παραδέρνομαι στὴ νύχτα τὴ θλιμένη,
ἀκούω σὲ κάποιο ἀλύχτημα τὸ σπιτικό μου σκύλο.
(ἀπὸ Τὰ Ἅπαντα, Δ´, Ἐκδοτικὸς Οἶκος Χρήστου Γιοβάνη 1968)
NIΡBANAΣ ΠΑΥΛΟΣ


«Εμείς δεν μεταναστέψαμε σαν τα πουλιά
σε σχηματισμό «V»…
 Στα σύνορα
 η τελευταία γουλιά δακρύων
 δάγκωσε τις λέξεις
και με το όνομα της μάνας
 βρέξαμε τα στεγνά μας χείλη»
(Λουάν Τζούλι, Αλβανίδα ποιήτρια, Μετανάστευση).

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

Δημήτρης Ζερβουδάκης - Του μετανάστη.

«Ξύπνα μαμά»



Γράφει η Σπυριδούλα Γεωργοκίτσου

«Ξύπνα μαμά» Ξύπνα μαμά. Φοβάμαι και κρυώνω μαμά. Και βάζει και βροχές και δυναμώνει κι ο αέρας.
Έχω αφήσει πίσω τα ρούχα μου, δεν πρόλαβα να τα φορτώσω μαμά.
Έτριζε το σπίτι μας κι από το μπαλκόνι έβλεπες κύμα καταστροφής να έρχεται. Λέγαμε για πολέμους στο σχολείο και τα διάβαζα στα βιβλία και δεν φαινόταν τόσο τρομακτικό. Παίζαμε πόλεμο με τα παιδιά κάθε απόγευμα, στήναμε τα παιχνίδια μας -εκείνα που ξέχασα- και ρίχναμε το ένα πάνω στο άλλο. Γελούσαμε. Τότε γελούσαμε. Δεν ήταν παιχνίδια για παιδιά αυτά μαμά. Γιατί δεν μου τράβηξες τα παιχνίδια; Δεν είναι παιχνίδι ο πόλεμος και τα παιδιά δεν μπορούν να τον ελέγξουν, τα τρώει.
Τα άφησα πίσω τα παιχνίδια αυτά μαμά. Πόλεμος στον πόλεμο κι άφησα πίσω τους δικούς μου μαχητές. Έμειναν εκεί μαζί με τον μπαμπά. Φεύγοντας του είπα «Μπαμπά, σου αφήνω δυνατούς βοηθούς να σε προσέχουν». Κι εμένα μου είπε να προσέχω εσένα και την Αλίζ. Ξύπνα μαμά, ο μπαμπάς θα γυρίσει και θέλω να δει πως σε πρόσεχα.
Ξύπνα μαμά. Εδώ που ήρθαμε ο κόσμος έχει ηρεμία. Δεν μοιάζει με τον δικό μας. Μπορεί να δυναμώνει το κρύο και να μην έχουμε τοίχους να βάλουμε τα σώματά μας, μπορεί να πεινάμε λίγο παραπάνω αλλά δεν απειλούμαστε τόσο μαμά.
Ξύπνα μαμά κι έχουμε να διασχίσουμε τον σιδηροδρομικό σταθμό και δεν μπορώ να σηκώσω την Αλίζ και τις τσάντες μας, κι ο κόσμος περνάει και δεν σε σηκώνει κανείς. Τους κοιτάω στα μάτια και δεν έρχονται. Βιάζονται. Έχουν δρόμο. Έχουμε δρόμο, ξύπνα μαμά.
Όταν έβαζα τις μπλούζες μου στην πορτοκαλί μου τσάντα μου έλεγες πως δεν χάθηκε κι ο κόσμος που φεύγουμε, πως είμαστε δυνατοί, μαχητές και υπερήρωες, όπως αυτοί στα παιδικά. Μου έλεγες να μην τα βάλω κάτω κι όποτε κουραστώ να πεισμώσω μαζί μου που κουράστηκα και να παλέψω ακόμη πιο δυνατά. Τα έλεγες και δάκρυζες μαμά κι εγώ σε αγκάλιαζα διαβεβαιώνοντάς σε να μην ανησυχείς.
Ξύπνα μαμά, έχω αφήσει την Αλίζ σε μία κυρία αγκαλιά και φοβάμαι μη μας την πάρει. Ξύπνα μαμά, γιατί δεν έχω τι να της πω. Είναι μωρό και στα μωρά δεν κάνει να μαυρίσουμε τις καρδούλες τους μαμά, έτσι δεν είναι;
Άνοιξε τα μάτια σου μαμά κι έχουμε να ζήσουμε πολλά ακόμη. Τώρα φτάνουμε. Περάσαμε τα δύσκολα. Περπατήσαμε, κολυμπήσαμε, τρέξαμε. Τώρα φτάνουμε μαμά.
Χθες σε ρώτησα πότε φτάνουμε. «Σε λίγο», μου ψιθύριζες και μου χάιδευες το κεφάλι. Το ίδιο κάνω κι εγώ τώρα.
«Ξύπνα μαμά, σε λίγο φτάνουμε, το υπόσχομαι, μ’ ακούς;»
Άνοιξε τα μάτια σου, έχεις να μας δεις να μεγαλώνουμε.
Άνοιξε τα μάτια σου, έχεις να περιμένεις τον μπαμπά.
Άνοιξε τα μάτια σου, έρχεται η γαλήνη.
Ξύπνα μαμά και πες μου πως έκλεισες τα μάτια για πλάκα.
Δεν είναι αστείο, μα θα σε συγχωρήσω και θα γελάσω.
Ξύπνα μαμά, δεν είναι όμορφοι οι άνθρωποι με τα μάτια κλειστά.
Δημιουργούνε φόβο στους γύρω μη δεν τα ξανανοίξουν.
Φοβάμαι μαμά, ξύπνα.
Πηγή: diaforetiko.gr