Κάποτε υπήρχε ένας κύκλος που του έλειπε ένα κομμάτι. Του είχαν κόψει μια μεγάλη τριγωνική γωνία. Ο κύκλος ήθελε να είναι ακέραιος, να μην του λείπει τίποτα, γι' αυτό και άρχισε να τριγυρίζει, αναζητώντας το χαμένο κομμάτι του.Επειδή, όμως, ήταν ατελής, δεν μπορούσε να κυλήσει γρήγορα, καθώς γύριζε στον κόσμο. Κυλούσε λοιπόν αργά αργά και στον δρόμο θαύμαζε τα λουλούδια. Κουβέντιαζε με τις πεταλούδες. Απολάμβανε τη λιακάδα.Βρήκε πολλά κομμάτια, αλλά δεν του ταίριαζε κανένα. Κάποια ήταν πολύ μεγάλα, κάποια ήταν πολύ μικρά. Άλλα πολύ ορθογώνια και άλλα πολύ μυτερά. Έτσι, τα παρατούσε στην άκρη του δρόμου και συνέχιζε να ψάχνει. Μια μέρα βρήκε ένα κομμάτι που του ταίριαζε ακριβώς. Ήταν ευτυχισμένος. Τώρα θα ήταν ολόκληρος, δεν θα του έλειπε τίποτα. Το προσάρμοσε στο κενό που είχε κι άρχισε να κυλάει. Τώρα όμως, που ήταν τέλειος κύκλος, κυλούσε πολύ γρήγορα, τόσο γρήγορα που δεν έβλεπε τα λουλούδια και δεν μιλούσε με τις πεταλούδες. Όταν κατάλαβε πόσο διαφορετικός έμοιαζε ο κόσμος έτσι γρήγορα που κυλούσε ο κύκλος σταμάτησε, άφησε το κομμάτι στην άκρη του δρόμου και άρχισε πάλι να κυλάει αργά, αναζητώντας το χαμένο κομμάτι του. Κατά έναν παράξενο τρόπο είμαστε πιο ολοκληρωμένοι, όταν είμαστε ατελείς, όταν μας λείπει κάτι. Ο άνθρωπος που έχει τα πάντα είναι, κατά κάποιον τρόπο, φτωχός. Δεν θα μάθει ποτέ τι σημαίνει να λαχταράς κάτι, να ελπίζεις, να τρέφεις την ψυχή σου με το όνειρο για κάτι καλύτερο. Δεν θα βιώσει ποτέ την εμπειρία του να δώσει σε κάποιον που αγαπά κάτι που πάντα ήθελε και ποτέ δεν είχε.
Μια προσπάθεια κοινής πορείας μαθητείας στην αλήθεια, μαζί με τους μικρούς μου μαθητές του 6ου Γυμνασίου της Πάτρας, αλλά και με εκείνους που με κάθε τρόπο μαθητεύουμε μαζί στα θρανία της ζωής, μέσα από τις δυσκολίες της.Είναι ένα μικρό αντίδωρο στο δώρο που καθημερινά μου προσφέρετε με το χαμόγελό σας και την ειλικρινή σας διάθεση.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απόψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014
Ο κύκλος που του έλειπε ένα κομμάτι!
Κάποτε υπήρχε ένας κύκλος που του έλειπε ένα κομμάτι. Του είχαν κόψει μια μεγάλη τριγωνική γωνία. Ο κύκλος ήθελε να είναι ακέραιος, να μην του λείπει τίποτα, γι' αυτό και άρχισε να τριγυρίζει, αναζητώντας το χαμένο κομμάτι του.Επειδή, όμως, ήταν ατελής, δεν μπορούσε να κυλήσει γρήγορα, καθώς γύριζε στον κόσμο. Κυλούσε λοιπόν αργά αργά και στον δρόμο θαύμαζε τα λουλούδια. Κουβέντιαζε με τις πεταλούδες. Απολάμβανε τη λιακάδα.Βρήκε πολλά κομμάτια, αλλά δεν του ταίριαζε κανένα. Κάποια ήταν πολύ μεγάλα, κάποια ήταν πολύ μικρά. Άλλα πολύ ορθογώνια και άλλα πολύ μυτερά. Έτσι, τα παρατούσε στην άκρη του δρόμου και συνέχιζε να ψάχνει. Μια μέρα βρήκε ένα κομμάτι που του ταίριαζε ακριβώς. Ήταν ευτυχισμένος. Τώρα θα ήταν ολόκληρος, δεν θα του έλειπε τίποτα. Το προσάρμοσε στο κενό που είχε κι άρχισε να κυλάει. Τώρα όμως, που ήταν τέλειος κύκλος, κυλούσε πολύ γρήγορα, τόσο γρήγορα που δεν έβλεπε τα λουλούδια και δεν μιλούσε με τις πεταλούδες. Όταν κατάλαβε πόσο διαφορετικός έμοιαζε ο κόσμος έτσι γρήγορα που κυλούσε ο κύκλος σταμάτησε, άφησε το κομμάτι στην άκρη του δρόμου και άρχισε πάλι να κυλάει αργά, αναζητώντας το χαμένο κομμάτι του. Κατά έναν παράξενο τρόπο είμαστε πιο ολοκληρωμένοι, όταν είμαστε ατελείς, όταν μας λείπει κάτι. Ο άνθρωπος που έχει τα πάντα είναι, κατά κάποιον τρόπο, φτωχός. Δεν θα μάθει ποτέ τι σημαίνει να λαχταράς κάτι, να ελπίζεις, να τρέφεις την ψυχή σου με το όνειρο για κάτι καλύτερο. Δεν θα βιώσει ποτέ την εμπειρία του να δώσει σε κάποιον που αγαπά κάτι που πάντα ήθελε και ποτέ δεν είχε.
Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014
Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014
Το Νόμισμα
Κάποτε, ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ βγήκε στον απογευματινό του περίπατο. Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι και ζητούσε βοήθεια.
Ο Ντοστογιέφσκυ ψάχνει τις τσέπες του να βρει κανένα κέρμα,αλλά δεν βρίσκει τίποτα. Ψάχνει το ρολόι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.
Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας κοκκίνισε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: - Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω.
Και ο γέρο ζητιάνος απαντά:
- Ευχαριστώ πολύ. Το πήρα. Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρώ αλλού. Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω.
Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013
Ἀπὸ την «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο»
Συνάντηση - συζήτηση του Ν. Καζαντζάκη με τον Γέροντα Μακάριο
Ν.Καζαντάκης: Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου. θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
- Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
- Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
- Ἕνας μονάχα δρόμος.
- Πῶς τὸν λέν;
- Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
- Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο» ,ἐκδ. Ἐλ. Καζαντζάκη, 1964.
Ν.Καζαντάκης: Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου. θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;
- Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.
- Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.
- Ἕνας μονάχα δρόμος.
- Πῶς τὸν λέν;
- Ἀνήφορο• ν' ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί• ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο• στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος• διάλεξε.
- Εἶμαι ἀκόμα νέος• καλὴ 'ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.
Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.
Ἀνατρίχιασα.
Ἀπὸ τὴν «Ἀναφορὰ στὸν Γκρέκο» ,ἐκδ. Ἐλ. Καζαντζάκη, 1964.
Κυριακή 5 Μαΐου 2013
Ναι, επαναστάτησε ο Χριστός. Φιλόθεου Φάρου.
Ναι, επαναστάτησε ο Χριστός. Κι αν κάνει ένας άνθρωπος όλα όσα είπε, θα επαναστατήσει κιόλας. Αλλά, τώρα, τι κάνει; Επαναστατώντας, θεωρεί πάντα, πως για ότι γίνεται στη ζωή του ευθύνεται κάποιος άλλος έξω από αυτόν! [...] Αυτή είναι η μεγάλη κοινωνική παθολογία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας [...] Η στάση του μέσου Έλληνα, τα τελευταία χρόνια, ήταν τι θα εξασφαλίσει ο καθένας για τον εαυτούλη του. Τον άλλον δεν τον υπολόγιζε ποτέ. Και δεν είχε καταλάβει, ότι η ζωή είναι μια ενότητα, ότι αν ο διπλανός σου δεν είναι καλά, αργά ή γρήγορα, δεν θα ‘σαι καλά κι εσύ [...] Ο ψυχοθεραπευτής Πατήρ Φιλόθεος Φάρος, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr.
Αυτού του είδους οι εξαιρετικές περιστάσεις, δεν με απασχολούν ιδιαίτερα. Γιατί κυρίως με απασχολεί η καθημερινότητα. Και φοβάμαι, ότι πολλές φορές, ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουμε αυτές τις εξαιρετικές ημέρες του χρόνου, τις μεγάλες γιορτές, λειτουργεί σαν απόδραση από την πραγματικότητα.
Το ότι θα ‘ρθει το Πάσχα και τα αδιέξοδά μου κατά κάποιον τρόπο μπορεί να αλλάξουν... Αυτό είναι πέρα για πέρα απατηλό. Το μόνο που μπορεί να συμβεί, είναι να χρησιμοποιώ αυτές τις ευκαιρίες σαν απόδραση από την καθημερινότητά μου και τη διαδικασία της ανάπτυξής μου, η οποία πρέπει να είναι συνεχής και αποτελεσματική. Γιατί εάν ο άνθρωπος δεν αναπτύσσεται, οδηγείται σε καταστάσεις που έχουν έναν χαρακτήρα φρικτό. Έναν χαρακτήρα κόλασης.
Σε ένα βιβλίο, έγραψα ότι το Τριώδιο είναι μια διαδικασία συγκεκριμένων βημάτων, με τα οποία ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να έχει μία «συνάντηση» με τον αναστημένο Χριστό. Νομίζω, όμως, ότι όταν μιλάμε γι αυτά τα πράγματα, περισσότερο τα αντιμετωπίζουμε σε ένα επίπεδο γραφικότητας(όλες αυτές οι ακολουθίες των Παθών, του Επιταφίου).
Οι άνθρωποι, ασχολούνται με όλα αυτά, ενώ δεν ασχολούνται με την ουσία, που είναι ο τρόπος ζωής που διδάσκει ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος εξασφαλίζει πληρότητα και ποιότητα, έναν τρόπο ζωής ο οποίος είναι λειτουργικός, σύμφωνος με τις πραγματικές ανάγκες του ανθρώπου.
Κι ένα από τα πράγματα που δεν γνωρίζει ο μέσος άνθρωπος, είναι η τέχνη της ζωής. Δεν ξέρει δηλαδή ποιες είναι οι πραγματικές του ανάγκες, δεν ξέρει ποιο είναι το πραγματικό του συμφέρον.
Για παράδειγμα, δεν ξέρει τι χρειάζεται ένα παιδί. Νομίζει ότι αυτό που χρειάζεται, είναι να του εξασφαλίσει μερικά εκατομμύρια. Ο Ωνάσης εξασφάλισε πολλά δισεκατομμύρια στην Χριστίνα Ωνάση, αλλά η ίδια ήταν ένα αξιοθρήνητο πλάσμα.
Για τί ενδιαφερόταν τις 3 τελευταίες δεκαετίες ο άνθρωπος; Ενδιαφερόταν για το τι θα φάει, τι θα πιει, πως θα ντυθεί, τι αυτοκίνητο θα πάρει, και τέτοια πράγματα…
Ο Χριστός, λοιπόν, λέει: Μην ασχολείστε μ’ αυτά. Δεν είναι αυτά που χρειάζεστε. Δεν θα καλύψουν, αυτά, τις βασικές σας ανάγκες. Αλλά τι να κάνετε; Να ζητήσετε τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Αυτού, και όλα τα άλλα, θα έρθουν.
Γιατί σ’ αυτό το σημείο, ο Χριστός εκφράζει μία πεποίθηση: Όταν ο άνθρωπος ζητήσει τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Αυτού, δεν θα του λείψει ούτε το φαγητό, ούτε το ποτό, ούτε το ρούχο.
Κάτι, το οποίο, οι σύγχρονοι άνθρωποι αλλά κι εμείς οι παπάδες, δεν φαίνεται να το πιστεύουμε, γι’ αυτό αντιμετωπίζουμε το σύμπτωμα αντί για την αιτία: αν κάποιος π.χ. δεν έχει να φάει, αυτό που σκεφτόμαστε είναι να του δώσουμε ένα πιάτο φαί.
Ο άνθρωπος, όμως, δεν έχει να φάει, γιατί δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει τις απέραντες δυνατότητες που έχει! Και κανένας λόγος δεν υπάρχει να μετατρέψεις έναν άνθρωπο σε επαίτη! Αν θέλεις πραγματικά να τον βοηθήσεις(κι αυτό έκανε ο Ιησούς, ο οποίος δεν έδινε πιάτα με φαγητό…) είναι να τον βοηθήσεις να ανακαλύψει αυτές τις απέραντες δυνατότητές
του.
Είναι απολύτως πεπεισμένος ο Χριστός, ότι αν διαλέξει κανείς το λειτουργικό τρόπο ζωής που προτείνει, δεν θα του λείψουν τα απαραίτητα. Τα περιττά; Δεν τα χρειάζεται.
Κι αυτός ο λειτουργικός τρόπος ζωής μεριμνά για τις πραγματικές ανάγκες: την ανάγκη της κοινωνίας με τον άλλον, την ανάγκη της ένωσης με τον άλλον.
Αν λοιπόν, ο άνθρωπος επιδιώξει να καλλιεργήσει αυτήν την κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο και αναζητήσει μέσα του(αντί να ζητάει απ’ έξω πράγματα), τους εσωτερικούς του θησαυρούς, τις δυνατότητές και τα χαρίσματά του… διότι, αν ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια δυσκολία, μέσα του είναι η απάντηση, όπως κι ο τρόπος με τον οποίο η κάθε δυσκολία αντιμετωπίζεται.
Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, ο δυτικός άνθρωπος έχει μάθει να περιμένει να έρθουν απ' έξω οι λύσεις των προβλημάτων του, και περιμένει από τους άλλους να κάνουν κάτι για τα προβλήματά του…
Ο Χριστός, δεν ασχολήθηκε, ούτε με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ούτε με τον Ηρώδη. Δεν ασχολήθηκε με αυτά που εμείς ασχολούμεθα. Κι όμως, η Παλαιστίνη είχε κατοχή από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που ήταν κάποιον τρόπο δυνάστες του εβραϊκού λαού, και ο Ηρώδης ήταν ένας αδίστακτος δικτάτορας. Δεν ασχολήθηκε με αυτά. Εμείς ασχολούμαστε με τον πρόεδρο της δημοκρατίας, με τον πρωθυπουργό, τον αρχηγό της αντιπολίτευσης, και τελικά ο μέσος Έλληνας, έχει συρρικνώσει την ύπαρξή του σε μια γραμμούλα πάνω απ’ το μηδέν… Κι αυτόν τον απέραντο εσωτερικό του πλούτο, ούτε καν τον υποπτεύεται.
Ακόμη, ο Χριστός είπε, «Εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού». Η οικογένειά του, είναι οι εχθροί του. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ποιος μπορεί να κάνει μεγαλύτερο κακό σ’ έναν άνθρωπο από εκείνο που μπορούν να κάνουν οι γονείς του; Γιατί οι γονείς του είναι εκείνοι που βάζουν τα θεμέλια της προσωπικότητάς του.
Από τους γονείς του θα καθοριστεί ο αριθμός των λιποκυττάρων του, στα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής του, κάτι, που δεν θα μπορέσει να το αλλάξει ποτέ! Οι γονείς του είναι εκείνοι που θα του δημιουργήσουν αυτοπεποίθηση ή έλλειψη αυτοπεποίθησης, ανασφάλεια ή ασφάλεια, αυτοεκτίμηση ή έλλειψη αυτοεκτίμησης. Αυτό γίνεται από τους γονείς. Και μετά, αυτό, ακολουθεί τον άνθρωπο μέχρι τον θάνατό του.
Άρα, ο Χριστός, έδειξε, που πρέπει να στραφεί ο άνθρωπος. Έδειξε στους γονείς, τι δυνατότητες έχουν και σε πιο βαθμό είναι υπεύθυνοι για τη ζωή των παιδιών τους. Έτσι φτάνουμε να ασχοληθούμε λίγο, και με την εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση της ελληνικής οικογένειας, η οποία είναι φυτώριο ψυχοπαθολογίας!
Αυτά όλα είπε ο Χριστός. Και είπε, ότι ο καλύτερος τρόπος, να εξασφαλίσεις το συμφέρον σου είναι να μην ασχολείσαι αποκλειστικά με το συμφέρον σου.
Έτσι λειτουργούν τα πράγματα. Αγαπάτε τους εχθρούς σας, είπε.Να κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας μισούν. Να ευλογείτε αυτούς που σας καταριούνται. Να προσεύχεστε γι αυτούς που σας κακομεταχειρίζονται. Μην εμποδίσεις κανέναν να σου πάρει ότι είναι δικό σου, κι αν στο πάρει μη το ζητήσεις πίσω.
Όλα αυτά είναι τα ακριβώς αντίθετα με τα οποία ζήσαμε τα τελευταία χρόνια της απόλυτης θηριωδίας, που για μένα, αυτή ήταν η περίοδος της φρίκης. Κι αυτή ήταν η μεγάλη κρίση. Όχι τώρα. Τώρα δημιουργείται μια δυνατότητα για κάτι άλλο: Να ανακαλύψουμε τελικά, που βρίσκεται η πραγματική ζωή!
Ναι, επαναστάτησε ο Χριστός. Κι αν κάνει ένας άνθρωπος όλα όσα είπε, θα επαναστατήσει κιόλας. Αλλά, τώρα, τι κάνει; Επαναστατώντας, θεωρεί πάντα, πως για ότι γίνεται στη ζωή του ευθύνεται κάποιος άλλος έξω από αυτόν!
Αυτή είναι η μεγάλη κοινωνική παθολογία της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ο άνθρωπος ασχολείται αποκλειστικά με το κακό που του κάνει ο άλλος. Αλλά, ξέρετε, το κακό που του κάνει ο άλλος, πολύ ξώφαλτσα τον επηρεάζει.
Το κακό που καθορίζει την ποιότητα της ζωής ενός ανθρώπου είναι αυτό που κάνει εκείνος στους άλλους. Διότι όταν εγώ σας κακομεταχειρίζομαι, παραμορφώνω την υπόστασή μου, κάνω κακό στην υπόστασή μου. Όταν με εκμεταλλεύεστε εσείς, με ταλαιπωρείται, αλλά δεν συγκρίνεται μ' αυτό που υφίσταμαι εγώ, όταν κάνω κακό στον άλλον. Γιατί διαστρέφω την προσωπικότητά μου.
Η στάση του μέσου Έλληνα, τα τελευταία χρόνια, ήταν τι θα εξασφαλίσει ο καθένας για τον εαυτούλη του. Τον άλλον δεν τον υπολόγιζε ποτέ. Και δεν είχε καταλάβει, ότι η ζωή είναι μια ενότητα, ότι αν ο διπλανός σου δεν είναι καλά, αργά ή γρήγορα, δεν θα ‘σαι καλά κι εσύ.
Ο εγωκεντρικός άνθρωπος, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται και τη φύση και τον συνάνθρωπο, και τα καταστρέφει και τα δυο. Και αυτή η καταστροφή, γυρνάει μπούμερανγκ στον ίδιο! Καλείται να ζήσει σε μια κατεστραμμένη φύση...-
• Έγραψαν Είπαν
• Κρυσταλία Πατούλη
• Πατήρ Φιλόθεος Φάρος
http://tvxsteamtvxs.gr/node/127632
tvxsteamtvxs.gr
Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012
Τι έχει να μας πει ένα παιδί του τρίτου κόσμου.
"Κυρίες και κύριοι της Δύσης,
Μιλώ σε εσάς που μεγαλώσατε με σαπουνόπερες και χολιγουντιανές παραγωγές, σ’ εσάς που μετράτε τα δικαιώματα των ανθρώπων από την ποιότητα των ρούχων που φορούν και την αξία τους από τα μηδενικά στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Μιλώ σε σας που θεωρείτε τη φιλανθρωπία μια καλή τακτική κοινωνικής καταξίωσης, σ’ εσάς που γνωρίζετε τις χώρες του κόσμου μόνο μέσα από τις εικόνες των τουριστικών καταλόγων και των διαφημίσεων. Μιλώ σε σας, τους χορτάτους για να σας πω λέξεις που δεν τολμάτε να φανταστείτε: πεινάω, διψάω. Είμαι παιδί ακόμα, δεν έχω περάσει ακόμα στην εφηβεία και μάλλον δε θα την γνωρίσω. Ζω κάπου στον τρίτο κόσμο, εκεί όπου ο ήλιος κατακαίγει κάθε ελπίδα, εκεί όπου η βροχή σπάνια πέφτει και πάντα με μανία, εκεί όπου το μόνο υγρό που έχει αξία είναι μαύρο, βγαίνει από τα έγκατα της γης και συγκεντρώνει σαν τις μύγες, τους τυράννους τούτου του πλανήτη. Πεινάω! Η τροφή δεν ήταν ποτέ αρκετή στο σπίτι μου ή στο χωριό μου και ο ουρανίσκος μου δεν έχει ποτέ συμμετάσχει σ’ αυτή τη διαδικασία που κάνει το φαγητό απόλαυση. Τίποτα από ό,τι έχω φάει ως τώρα δεν με εντυπωσίασε. Στον τρίτο κόσμο, δεν τρώμε από εντυπωσιασμό μα από την ανάγκη να κρατηθούμε στη ζωή. Διψάω! Το νερό είναι πάντα πολύ λίγο εδώ και σπάνια είναι άχρωμο και άγευστο. Έχει άσχημο χρώμα και ασχημότερη γεύση, μα είναι το μοναδικό νερό που μπορώ να απαιτήσω όποτε με λυπηθεί ο Θεός. Μάλλον όμως ούτε ο Θεός με λυπάται, γιατί όπου κι αν γυρίσω το πρόσωπό μου μυρίζω θάνατο. Η μαμά μου σκοτώθηκε στους βομβαρδισμούς στη διάρκεια ενός πολέμου, η καλύτερή μου φίλη σκοτώθηκε κατά λάθος στη διάρκεια μιας ειρήνης και προχθές πέθανε ο μικρός μου αδερφός. Δεν λυπήθηκα που τον είδα να φεύγει. Η κοιλίτσα του είχε πρηστεί, τα μάτια του είχαν θαμπώσει, στο κορμί του μπορούσες να μετρήσεις τα οστά ένα προς ένα. Δεν τον λυπήθηκα, τον ζήλεψα. Με κλειστά τα μάτια, έμοιαζε να κοιμάται και αυτή τη γαλήνη τη ζήλεψα. Όταν πεινάς, ο ύπνος δεν σε επισκέπτεται, μόνο η αδυναμία. Τουλάχιστο ο αδερφός μου τώρα κοιμάται κι αυτό είναι ζηλευτό. Δεν μπορώ να πω ψέματα, φοβάμαι το Θάνατο, μα πιο πολύ φοβάμαι την πορεία μου προς αυτόν. Πεινάω, Διψάω και είμαι θυμωμένη μαζί σας. Μερικές φορές κλείνω τα μάτια μου δυνατά και παρακαλώ να συμβεί και σε σας αυτό που συνέβη στη μαμά μου, στη φίλη μου, στον αδερφό μου. Άλλες φορές πάλι, μετανιώνω για τις άσχημες σκέψεις και κλαίω, παρακαλώντας να σταματήσει για όλους τούτο το κακό.
Θέλω να παίξω στο δρόμο χωρίς να φοβάμαι τα λάθη των σωτήρων που μου στείλατε, θέλω να πιω νερό, να φάω ένα ζουμερό πορτοκάλι, θέλω να ξεπρηστεί η κοιλιά μου, θέλω να μεγαλώσω, να ερωτευτώ, να κάνω παιδιά και να ξέρω πως μπορώ να τα ταΐσω. Θέλω να ζήσω, μα δεν ξέρω εάν θα αντέξω: Πεινάω! Πεινάω! Προχθές πέθανε ο αδερφός μου, αύριο μπορεί να είναι η σειρά μου. Αισθάνομαι πως δεν έχω πολύ χρόνο, γι’ αυτό βιάζομαι να μιλήσω μαζί σας. Ίσως να είναι αυτή η τελευταία μου ευκαιρία. Δεν περιμένω τίποτε περισσότερο από τη σκέψη σας. Δεν περιμένω να μου στείλετε φαΐ και νερό, δεν είμαι τόσο αφελής. Την επόμενη φορά όμως που θα πετάξετε το μπαγιάτικο φαγητό στα σκουπίδια, σκεφτείτε πως αυτό το μπαγιάτικο φαγητό που εσείς έχετε κι εγώ δεν έχω, είναι αυτό που κάνει τον κόσμο σας πρώτο και τον δικό μου, τρίτο! Την επόμενη φορά που θα αισθανθείτε πως θέλετε να κάνετε κάτι για ένα συνάνθρωπο, σκεφτείτε πως το ένα ευρό που έχετε σκοπό να διαθέσετε, ίσως μου εξασφαλίσει το φαγητό και το νερό λίγων ημερών. Και για όνομα του Θεού, την επόμενη φορά που θα ψηφίσετε έναν πολιτικό , μην τον κρίνετε μόνο με βάση τις γνωριμίες σας ή τις υποχρεώσεις. Σκεφτείτε πως πλέον ο κόσμος μας είναι ένα μεγάλο χωριό κι εγώ, η μαμά μου, ο αδερφός μου, η φίλη μου δεν είμαστε εντελώς μακριά σας. Σκεφτείτε πως οι αποφάσεις εκείνων, στα χέρια των οποίων δίνετε τη ζωή σας, ίσως επηρεάσουν και τις δικές μας ζωές. Η σιωπή και η υποταγή τους στους τυράννους του πλανήτη, δεν μας έκαναν πιο ευτυχισμένους, μας έκαναν σκλάβους ή νεκρούς. Φωνάξτε εσείς για μας, γιατί εμείς δεν έχουμε αντοχή να φωνάξουμε. Κλάψτε εσείς για μας, γιατί αφυδατωμένα κορμιά δεν μπορούν να διαθέσουν δάκρια. Μα πάνω απ’ όλα, πείτε μια προσευχή για κάποιο παιδί σε κάποιο σημείο της γης, μήπως και ο Θεός ακούσει εσάς τους κατοίκους του πρώτου κόσμου, μια και ο τρίτος κόσμος βρίσκεται πολύ μακριά από τον Παράδεισο…
Με σεβασμό
Ένα παιδί που Πεινάει… "
Σημείωση: Με κάθε χτύπο του ρολογιού μας, κάπου στον κόσμο μια παιδική καρδιά χτυπάει για τελευταία φορά εξαιτίας της πείνας, της δίψας και του πολέμου. Κάθε τικ ίσως είναι το ύστατο τικ ενός παιδιού…
( Κείμενο : Μάρω Σιδέρη )
Μιλώ σε εσάς που μεγαλώσατε με σαπουνόπερες και χολιγουντιανές παραγωγές, σ’ εσάς που μετράτε τα δικαιώματα των ανθρώπων από την ποιότητα των ρούχων που φορούν και την αξία τους από τα μηδενικά στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Μιλώ σε σας που θεωρείτε τη φιλανθρωπία μια καλή τακτική κοινωνικής καταξίωσης, σ’ εσάς που γνωρίζετε τις χώρες του κόσμου μόνο μέσα από τις εικόνες των τουριστικών καταλόγων και των διαφημίσεων. Μιλώ σε σας, τους χορτάτους για να σας πω λέξεις που δεν τολμάτε να φανταστείτε: πεινάω, διψάω. Είμαι παιδί ακόμα, δεν έχω περάσει ακόμα στην εφηβεία και μάλλον δε θα την γνωρίσω. Ζω κάπου στον τρίτο κόσμο, εκεί όπου ο ήλιος κατακαίγει κάθε ελπίδα, εκεί όπου η βροχή σπάνια πέφτει και πάντα με μανία, εκεί όπου το μόνο υγρό που έχει αξία είναι μαύρο, βγαίνει από τα έγκατα της γης και συγκεντρώνει σαν τις μύγες, τους τυράννους τούτου του πλανήτη. Πεινάω! Η τροφή δεν ήταν ποτέ αρκετή στο σπίτι μου ή στο χωριό μου και ο ουρανίσκος μου δεν έχει ποτέ συμμετάσχει σ’ αυτή τη διαδικασία που κάνει το φαγητό απόλαυση. Τίποτα από ό,τι έχω φάει ως τώρα δεν με εντυπωσίασε. Στον τρίτο κόσμο, δεν τρώμε από εντυπωσιασμό μα από την ανάγκη να κρατηθούμε στη ζωή. Διψάω! Το νερό είναι πάντα πολύ λίγο εδώ και σπάνια είναι άχρωμο και άγευστο. Έχει άσχημο χρώμα και ασχημότερη γεύση, μα είναι το μοναδικό νερό που μπορώ να απαιτήσω όποτε με λυπηθεί ο Θεός. Μάλλον όμως ούτε ο Θεός με λυπάται, γιατί όπου κι αν γυρίσω το πρόσωπό μου μυρίζω θάνατο. Η μαμά μου σκοτώθηκε στους βομβαρδισμούς στη διάρκεια ενός πολέμου, η καλύτερή μου φίλη σκοτώθηκε κατά λάθος στη διάρκεια μιας ειρήνης και προχθές πέθανε ο μικρός μου αδερφός. Δεν λυπήθηκα που τον είδα να φεύγει. Η κοιλίτσα του είχε πρηστεί, τα μάτια του είχαν θαμπώσει, στο κορμί του μπορούσες να μετρήσεις τα οστά ένα προς ένα. Δεν τον λυπήθηκα, τον ζήλεψα. Με κλειστά τα μάτια, έμοιαζε να κοιμάται και αυτή τη γαλήνη τη ζήλεψα. Όταν πεινάς, ο ύπνος δεν σε επισκέπτεται, μόνο η αδυναμία. Τουλάχιστο ο αδερφός μου τώρα κοιμάται κι αυτό είναι ζηλευτό. Δεν μπορώ να πω ψέματα, φοβάμαι το Θάνατο, μα πιο πολύ φοβάμαι την πορεία μου προς αυτόν. Πεινάω, Διψάω και είμαι θυμωμένη μαζί σας. Μερικές φορές κλείνω τα μάτια μου δυνατά και παρακαλώ να συμβεί και σε σας αυτό που συνέβη στη μαμά μου, στη φίλη μου, στον αδερφό μου. Άλλες φορές πάλι, μετανιώνω για τις άσχημες σκέψεις και κλαίω, παρακαλώντας να σταματήσει για όλους τούτο το κακό.
Θέλω να παίξω στο δρόμο χωρίς να φοβάμαι τα λάθη των σωτήρων που μου στείλατε, θέλω να πιω νερό, να φάω ένα ζουμερό πορτοκάλι, θέλω να ξεπρηστεί η κοιλιά μου, θέλω να μεγαλώσω, να ερωτευτώ, να κάνω παιδιά και να ξέρω πως μπορώ να τα ταΐσω. Θέλω να ζήσω, μα δεν ξέρω εάν θα αντέξω: Πεινάω! Πεινάω! Προχθές πέθανε ο αδερφός μου, αύριο μπορεί να είναι η σειρά μου. Αισθάνομαι πως δεν έχω πολύ χρόνο, γι’ αυτό βιάζομαι να μιλήσω μαζί σας. Ίσως να είναι αυτή η τελευταία μου ευκαιρία. Δεν περιμένω τίποτε περισσότερο από τη σκέψη σας. Δεν περιμένω να μου στείλετε φαΐ και νερό, δεν είμαι τόσο αφελής. Την επόμενη φορά όμως που θα πετάξετε το μπαγιάτικο φαγητό στα σκουπίδια, σκεφτείτε πως αυτό το μπαγιάτικο φαγητό που εσείς έχετε κι εγώ δεν έχω, είναι αυτό που κάνει τον κόσμο σας πρώτο και τον δικό μου, τρίτο! Την επόμενη φορά που θα αισθανθείτε πως θέλετε να κάνετε κάτι για ένα συνάνθρωπο, σκεφτείτε πως το ένα ευρό που έχετε σκοπό να διαθέσετε, ίσως μου εξασφαλίσει το φαγητό και το νερό λίγων ημερών. Και για όνομα του Θεού, την επόμενη φορά που θα ψηφίσετε έναν πολιτικό , μην τον κρίνετε μόνο με βάση τις γνωριμίες σας ή τις υποχρεώσεις. Σκεφτείτε πως πλέον ο κόσμος μας είναι ένα μεγάλο χωριό κι εγώ, η μαμά μου, ο αδερφός μου, η φίλη μου δεν είμαστε εντελώς μακριά σας. Σκεφτείτε πως οι αποφάσεις εκείνων, στα χέρια των οποίων δίνετε τη ζωή σας, ίσως επηρεάσουν και τις δικές μας ζωές. Η σιωπή και η υποταγή τους στους τυράννους του πλανήτη, δεν μας έκαναν πιο ευτυχισμένους, μας έκαναν σκλάβους ή νεκρούς. Φωνάξτε εσείς για μας, γιατί εμείς δεν έχουμε αντοχή να φωνάξουμε. Κλάψτε εσείς για μας, γιατί αφυδατωμένα κορμιά δεν μπορούν να διαθέσουν δάκρια. Μα πάνω απ’ όλα, πείτε μια προσευχή για κάποιο παιδί σε κάποιο σημείο της γης, μήπως και ο Θεός ακούσει εσάς τους κατοίκους του πρώτου κόσμου, μια και ο τρίτος κόσμος βρίσκεται πολύ μακριά από τον Παράδεισο…
Με σεβασμό
Ένα παιδί που Πεινάει… "
Σημείωση: Με κάθε χτύπο του ρολογιού μας, κάπου στον κόσμο μια παιδική καρδιά χτυπάει για τελευταία φορά εξαιτίας της πείνας, της δίψας και του πολέμου. Κάθε τικ ίσως είναι το ύστατο τικ ενός παιδιού…
( Κείμενο : Μάρω Σιδέρη )
Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011
Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο.
Αφιερωμένο σε όλους εκείνους τους γνήσιους ανθρώπους, που ποτέ δεν παζάρεψαν την όποια προσφορά τους και δεν εξαργύρωσαν τίποτε, έστω και αν κινδύνεψαν να χαθούν στην αφάνεια. Ντροπή γι΄αυτούς που με τόσο θράσος και επαναστατική φρασεολογία το έπραξαν. Είναι οι τυμβωρύχοι της ιστορίας ! Είδος που δυστυχώς δεν σπανίζει!
Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο
Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. Γύρω απ’ τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Για πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι. Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’ την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιο νέοι, πιο βάρβαροι, πιο δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.
Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’ τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί κάθισαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν.
-Δύο δρόμοι ανοίγονται για μας. Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’ τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’ τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη.
Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στέκονταν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιο σφιχτά πλησίαζαν το΄ να το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιο πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους.
Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα.
Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’ τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γέννησαν την Φρίκη. Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους.
Και είπε ο Ντάνκο:
-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θα΄ χει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν!
-Οδήγησε μας, με μια φωνή είπανε όλοι.
Και ξεκίνησαν. Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πύκνωναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν για τον Ντάνκο και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιο μαύρο και απ’ της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντάνκο περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιο λίγες τους απέμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει για χίλιους». Τσάκισαν και έχασαν το θάρρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντάνκο.
-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες!
-Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιο πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σα ζώα.
Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’ αυτά η λάμψη του θανάτου.
«Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντας το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γι΄αυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν.
Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γέννησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα.
-«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε, κι απ’ τη Βροντή πιο δυνατά.
Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’ τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων.
Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν.
-Εμπρός, φωνάζει ο Ντάνκο και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων.
Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γενναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντάνκο πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’ την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα.
Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα.
Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς που έπεσε κάτω. Και μόνο η γενναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. Και η Φλογερή Καρδιά του Ντάνκο, χάθηκε για πάντα.»
Όχι παιδιά δε χάθηκε. Καμιά θυσία, καμιάς καθαρής καρδιάς δε χάνεται, έστω και αν την ποδοπατούν, τη ρίχνουν στη λάσπη και συναλλάσσονται στ΄ όνομα της ανέξοδα , αυτοί που καμώνονται τον ήρωα. Δε χάνεται η θυσία του Χριστού ή του Προμηθέα. Μετατρέπεται σε χιλιάδες πυγολαμπίδες για να φωτίζουν και πάλι το δρόμο, αν τύχει και ξαναπέσουν σκοτάδια .
Η φλογερή καρδιά του Ντάνκο
Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. Γύρω απ’ τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Για πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι. Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’ την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιο νέοι, πιο βάρβαροι, πιο δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.
Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’ τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί κάθισαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν.
-Δύο δρόμοι ανοίγονται για μας. Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’ τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’ τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη.
Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στέκονταν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιο σφιχτά πλησίαζαν το΄ να το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιο πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους.
Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα.
Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’ τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γέννησαν την Φρίκη. Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους.
Και είπε ο Ντάνκο:
-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θα΄ χει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν!
-Οδήγησε μας, με μια φωνή είπανε όλοι.
Και ξεκίνησαν. Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πύκνωναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν για τον Ντάνκο και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιο μαύρο και απ’ της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντάνκο περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιο λίγες τους απέμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει για χίλιους». Τσάκισαν και έχασαν το θάρρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντάνκο.
-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες!
-Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιο πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σα ζώα.
Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’ αυτά η λάμψη του θανάτου.
«Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντας το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γι΄αυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν.
Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γέννησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα.
-«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε, κι απ’ τη Βροντή πιο δυνατά.
Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’ τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων.
Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν.
-Εμπρός, φωνάζει ο Ντάνκο και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων.
Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γενναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντάνκο πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’ την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα.
Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα.
Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς που έπεσε κάτω. Και μόνο η γενναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. Και η Φλογερή Καρδιά του Ντάνκο, χάθηκε για πάντα.»
Όχι παιδιά δε χάθηκε. Καμιά θυσία, καμιάς καθαρής καρδιάς δε χάνεται, έστω και αν την ποδοπατούν, τη ρίχνουν στη λάσπη και συναλλάσσονται στ΄ όνομα της ανέξοδα , αυτοί που καμώνονται τον ήρωα. Δε χάνεται η θυσία του Χριστού ή του Προμηθέα. Μετατρέπεται σε χιλιάδες πυγολαμπίδες για να φωτίζουν και πάλι το δρόμο, αν τύχει και ξαναπέσουν σκοτάδια .
Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011
Αλφαβητάρι της φιλίας ! Ο Αληθινός φίλος . . .
(Α) λλοιώνει το θυμό σου (Β) οηθάει όποτε και όταν τον χρειαστείς (Γ) αληνεύει τις ταραχές σου (Δ) ωρίζει ακατάπαυστα πράγματα και συναισθήματα (Ε) λευθερώνει αισθήματα αγάπης και χαράς (Ζ) ωντανεύει την ζωή σου (Ή) λιος είναι σε περιόδους θλίψεων (Θ) υσίες κάνει για να σ΄έχει στο πλευρό του (Ι) λαρότητα εκπέμπει όταν σε κοιτάει (Κ) ολυμπάει στις τρικυμίες της ζωής μαζί σου (Λ) ιώνει την μοναξιά απο την ζωή σου (Μ) οιράζεται τα όνειρα μαζί σου (Ν) ιώθει τον πόνο σου (Ξ) εχνάει την άσχημη συμπεριφορά σου (Ο) ραματίζεται την πληρότητα σου (Π) ροσφέρει την καρδιά του (Ρ) ωμαλαία σε υπερασπίζεται (Σ) υγχωρεί τα λάθη σου (Τ) ρέφει το πνεύμα σου (Υ) πολογίζει σε εσένα (Φ) ωνάζει όταν δεν θέλεις να ακούσεις (Χ) αίρεται όταν προοδεύεις (Ψ) ηλά κοιτά για να σε συναντήσει (Ω) ! φίλε της καρδιάς μου , πόσο στ΄ αλήθεια κοντά Στο Θεό κατοικείς ( ; ) ! … Μοναδικές εκφράσεις για το πολύτιμο δώρο της φιλίας , γραμμένες από τον αρχιμανδρίτη Δαμιανό Ζαφείρη . Ο Θεός να φωτίζει το δρόμο σας και τη ψυχή σας .
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


