Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙΣ «ΞΕΝΟ»!

 Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
και σ' άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια...
μη με φωνάζεις «ξένο»
το ψωμί σου δε διαφέρει απ'  το δικό μου
το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
σαν τη φωτιά καίει
και η δική μου φωτιά.
Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»;
Επειδή σ' άλλους δρόμους βρέθηκα
και σ’ άλλο λαό γεννήθηκα
και άλλες θάλασσες γνώρισα
και απ'; αλλού σάλπαρα;
Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο
η ίδια εξάντληση
στην πλάτη μας βαραίνει,
αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό
μέσ' απ' του χρόνου τα σκοτάδια                            
από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί
κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει                   
όσοι διχάζουν
και σκοτώνουν το φτωχό,
αυτοί που κλέβουν
και μοιράζουν ψέμματα,
αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς
και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας
όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη
τη σκληρή: «ξένος».
λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη
που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία.
Αν θέλεις το καλό μου να είσαι καλός
σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο»
αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια,
πιο πέρα απ' το μίσος
ας φθάσει η ματιά σου,
ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό.
Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ
Όχι, δεν είμαι «ξένος»!
(Άγνωστος Μετανάστης )  

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Βιογραφικό Αγνώστου.


Image result for αναστάσιος μερκούρης
 Συγγραφέας :
Ο πάντα σεμνός Τάσος Μερκούρης, αγαπημένος φίλος και συνάδελφος. Ο Έλληνας Χόκινγκ,Βιολόγος- θεολόγος, δάσκαλος και μάρτυρας ενός άλλου τρόπου ζωής καταγράφει το ουσιαστικό βιογραφικό με το οποίο μας έκανε να τον αγαπήσουμε και να σκεφτούμε την ποιότητα του ανθρώπου για άλλη μια φορά.



 Στο βιογραφικό προσπαθούμε ν’ αποτυπώσουμε όσα και όποια καλύτερα στοιχεία μπορούμε για να φανεί η φαντασίωση της επιτυχίας. Επικαλούμαστε τίτλους που τους φορτωθήκαμε έστω και αν είναι άδειοι, καταγράφουμε προσόντα που ίσως θα θέλαμε να έχουμε.
Το δικό μου βιογραφικό-κατόρθωμα περιέχεται σε δέκα τέσσερις σελίδες. Τόσα χρόνια προσπαθούσα και το αύξανα.  Κάθε φορά που έγραφα μια γραμμή νόμιζα πως κέρδιζα ένα πόντο, γινόμουν ψηλότερος.
Σήμερα όμως θα προσπαθήσω να συμπληρώσω το πραγματικό μου βιογραφικό καταγράφοντας κάποια γεγονότα, σταθμούς στη ζωή μου.
Οι ρίζες μου είναι σαθρές. Για κοίτα, η σύλληψη μου έγινε μέσα σε πάθος και η μάνα μου με κυοφόρησε με αμαρτίες[1].
Με βάπτισαν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, όσοι ξέρανε είπανε Αμήν. Μου δώσανε όνομα. Ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου. Ήμουν πολύ χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Τα εγκεφαλικά μου κύτταρα, όμως, δεν ήταν ακόμη έτοιμα να παράγουν λεκτικά σχήματα, οι εγκεφαλικοί μου σύνδεσμοι δεν είχαν ολοκληρωθεί κι έτσι δεν μπόρεσε η μνήμη μου να διασώσει αυτή την εμπειρία.
Στην ώρα του Σπορέα εγώ αγόρασα το πετρώδες χωράφι, ήταν πιο φτηνό και ήθελα μεγάλο κομμάτι. Σε όποιο σημείο έβγαινε πυκνή φύτρα, φρόντιζα να σπέρνω ζιζάνια γιατί όπου ο Λόγος Του είναι αραιός μπορεί ν’ αναπτύσσεται το θέλημά μου.
Στη συνάντηση του Ιησού μ’ αυτό το καλό παιδί που είχε τα πολλά κτήματα, ήμουν μαζί με τον πολύ κόσμο. Άκουσα που του ζήτησε να πουλήσει όλα τα αγαθά του και να Τον ακολουθήσει. Ο καημένος έφυγε λυπημένος. Τον συνάντησα λίγο πιο πέρα και του χτύπησα τον ώμο.  Του είπα: Είσαι μόνος στη ζωή, τα χρήματα σου χρειάζονται, αν σου συμβεί  κάτι, ποιος θα σε βοηθήσει; Εξάλλου σου δίνεται η ευκαιρία να ζήσεις καλυτέρα. Γίναμε  φίλοι, του συμπαραστεκόμουν, όλο και κάτι μου ’δινε.
Στο δρόμο, κοντά στη Σαμάρια, ήμουν μεταξύ του ιερέα και του λευίτη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Συναντηθήκαμε κι οι τρεις στο ύψωμα, πάνω απ’ τη γούβα που σύχναζαν οι κακούργοι. Κοιτούσαμε με τρόμο το φουκαρά τον Σαμαρείτη που προσπαθούσε να βοηθήσει τον ξένο. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε την αφροσύνη του. Καλυτέρα να πέθαινε ένας παρά οι ληστές να μας πιάνανε όλους.
Τότε, που κρατούσανε πιστάγκωνα δεμένη την πόρνη και όλοι είχανε σηκώσει την πέτρα, εγώ ήμουν ακριβώς πίσω της, να μη με βλέπει. Ζύγιζα καλά την πέτρα μου πάνω απ’ το κεφάλι της. Αυτοί οι κιοτήδες δίστασαν και την τελευταία στιγμή το έβαλαν στα πόδια. Αγανάκτησα μαζί τους κι έφυγα πολύ στεναχωρημένος. Μπορούσε να με προδώσει κάθε  στιγμή, ήμουν απ’ τους πρώτους της πελάτες.
Στο συνέδριο των Γραμματέων πήγα μαζί με τον Ιούδα. Όσο εκείνος κανόνιζε την τιμή, εγώ τον σκούνταγα δυνατά και του πάταγα το πόδι. Αυτός όμως, τυφλωμένος απ’ το πάθος  του, δεν καταλάβαινε τίποτα. Έξω που βγήκαμε τον είπα βλάκα. Ήταν καλή δουλειά και μας είχανε ανάγκη, μπορούσαμε να βγάλουμε περισσότερα. Ευτυχώς  που κρεμάστηκε αμέσως και γλύτωσα απ’ το άγχος να με πουν και ’μένα προδότη.
Θα σας αποκαλύψω ένα  ιστορικό λάθος. Στο Γολγοθά δε σταύρωσαν τον Χριστό με άλλους δύο ληστές, αλλά τρεις. Ο τρίτος ήμουν εγώ. Τυφλωμένοι οι στρατιώτες απ’ την άγρια χαρά που προκαλεί το αίμα και τα βογγητά των θυμάτων, με κάρφωσαν χωρίς εντολή. Όταν άκουγα τον αριστερό ληστή να βρίζει και να φωνάζει  έλεγα έχει δίκιο, μετά θύμωσα με τον δεξιό. Αυτά που έλεγε ήταν προβοκατόρικα, αν όλοι μαζί φωνάζαμε ίσως ο Χριστός να μας έσωζε. Ο σταυρός μου ήταν πιο κάτω και ξεμάτωσα γρήγορα, δεν είχα δύναμη να φωνάξω, γι αυτό δε με πρόσεξε κανείς.
Άκουγα τον Ιησού, όσους ψίθυρους έφερνε ο αέρας κύματα-κύματα. Πατέρα, έλεγε, μ’ έστειλες εδώ να σώσω όλο τον κόσμο. Έρχομαι πάλι κοντά σου και το έργο που μου ’δωσες τελείωσα. Ήρθε η ώρα να δοξάσεις τον Υιό Σου και ο Υιός Σου να δοξάσει τον Πατέρα και αυτή είναι η αληθινή δόξα ότι η αγάπη Σου υπερίσχυσε όλης της αμαρτίας. Πατέρα άγιε, δέξου τους στο όνομά Σου για να είμαστε σαν ένας στο σύνδεσμο της αγάπης, όπως εμείς[2]. … Συγχώρεσε όλο τον κόσμο, δεν ξέρει τι κάνει[3]. Συγχώρεσε τους σταυρωτές, δεν ξέρουν τι κάνουν. Συγχώρεσε όσους περιφρόνησαν το λόγο μου, όσους αντιτάχτηκαν σ’ αυτό, όσους έκαναν την αγάπη ανενεργή, όσους αμάρτησαν στο ίδιο το σώμα τους, δεν ξέρουν τι κάνουν. ….
Στα λόγια αυτά γεννιότανε μέσα μου μια ελπίδα. Έτσουζαν τα μάτια μου απ’ τα δάκρια, μα πώς να τα σκουπίσω; Ήμουν βέβαιος ότι θα συγχωρούσε και τον προδότη αν δεν είχε κρεμαστεί. Ζαλιζόμουν πολύ, έχασα τις αισθήσεις. Δεν ξέρω τι έγινε μετά.
Τον είδα, άκουσα πολλά απ’ τα λόγια Του. Ήτανε όμορφα κοντά Του. Παρακολουθούσα μετά τα γεγονότα από μακριά. Είδα τις Μυροφόρες που τρελές από χαρά γυρίζανε απ’ τον άδειο Τάφο. Ζήλεψα. Ακολούθησα διακριτικά την πορεία προς Εμαούς και κάπου-κάπου ένιωθα την καρδιά μου να φλέγεται[4]. Μέσα σ’ αυτή τη θέρμη έσβηνε κάθε γήινη και υλική επιθυμία[5].
Η κλάση του άρτου μου έδινε ζωή. Το κοινό ποτήρι αύξανε την ελπίδα, αναθέρμαινε την επιθυμία μου.
Τώρα περιμένω την άλλη καλύτερη μέρα της ζωής μου. Τότε που τα ζωτικά μου όργανα δεν θα μπορούν πια να  μου στηρίξουν άλλο αυτή τη  ζωή. Τότε θα έλθει Εκείνος και θα με φωνάξει με το όνομά μου.

Άγνωστος,  από φόβο μη χάσω την υπόληψη που μου έχετε.
Άγνωστος, από φόβο μήπως δε με πιστέψετε.

«ΣΥΝΑΞΗ» Τεύχος 148, σελ. 95.  Δεκέμβρης 2018.


[1] Ψαλμ. ν΄, 7. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
[2] Ιωά. Ιζ΄, 1- 13.
[3] Λουκ. ΚΓ΄, 34 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε· πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι.
[4] Λουκ. κδ΄, 32 Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;
[5] Ευχή αποδείπνου, πᾶν γεῶδες καί ὑλικόν ἠμῶν φρόνημα κοίμισον.

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Η μαμά πέθανε!


Είχα μόλις γυρίσει σπίτι. Είχα μόλις θάψει τη μάνα μου. Είχα κλάψει πολύ. Μετά βγήκα να διασκεδάσω. Δεν είχα πει τίποτα σε κανέναν. Γύρισα στο σπίτι λίγο πριν το επόμενο μεσημέρι. Έπρεπε να ορίσω τον εαυτό μου σε σχέση με τη ζωή. Η μάνα μου ήταν το σημείο αναφοράς, έστω και εάν δεν την είχα σκεφτεί ποτέ σαν κάτι τέτοιο. Ήμασταν σαν τη Γη και το φεγγάρι. Σχέση απόστασης, εξάρτησης, μαγνητισμού και αμοιβαίας καταστροφής, αποστροφής. Ό,τι έκανα ήταν ως κάποιο βαθμό, με έναν αδιόρατο τρόπο, συναρτώμενο με εκείνη.
«Πέθανε η μαμά», επανέλαβα δακρύζοντας. Διπλώθηκα στο κρεβάτι της σαν βρέφος. Επαναλάμβανα τη λέξη συλλαβιστά και ασταμάτητα: «ΜΑ-ΜΑ, ΜΑ-ΜΑ, ΜΑ-ΜΑ!» Στον ήχο αυτής της λέξης εκείνη εμφανιζόταν πάντοτε σαν το τζίνι, έτοιμη να ικανοποιήσει κάθε παραλογισμό μου. «Μα ήταν τόσο αδύναμη! Πως μπορούσε και έκανε ότι της ζητούσα; Γιατί έπρεπε να ζητώ από εκείνη;» αναρωτιόμουν ενοχικά.
Το βλέμμα μου έπεσε στις ντουλάπες της. Φαντάστηκα το περιεχόμενο τους. Στην τέρμα αριστερά έβαζε μικροπράγματα. Την άνοιξα με την φαντασία μου και είδα το κουτί με τα ραφτικά, με το οποίο επιδιόρθωνε τα ρούχα μας. Δεν είχα δώσει ποτέ σημασία σε αυτή τη διαδικασία και όμως τώρα που την αναλογιζόμουν μπορούσα να διακρίνω στοιχεία μαγείας. Επισκεύαζε το τίποτα! Ποτέ δεν είχε αποτύχει και όμως ποτέ δεν της είχα πει μπράβο. Μπράβο μου έλεγε μόνο εκείνη. «Πόση φαντασία, πόσο πείσμα», αναρωτήθηκα βλέποντας μέσα από τον καθρέφτη εκείνη, να στέκει στην άκρη του κρεβατιού ράβοντας. Δεν μου έδινε σημασία, έκανε σαν να μην υπάρχω.
Κάτω θα πρέπει να είναι το ατμοσίδερο και κάποια από τα παπούτσια της. Μου άρεσε να κρύβομαι εκεί μέσα. Ίσως επειδή δεν με άφηνε εκείνη. «Μου ανακατεύεις τα πράγματα», μου παραπονιόταν. Δεν σεβόμουν καμιά της επιθυμία ή ανάγκη ιδιωτικότητας. Μπορεί για αυτήν, συγγνώμη, για την μαμά ήθελα να πω, η συγκεκριμένη ντουλάπα να ήταν ένας χώρος ιερός, προσωπικά δικός της. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό σαν ενδεχόμενο. Στην μεσαία ντουλάπα είχε τα ρούχα της. Μέσα σε πλαστικές σακούλες. Παλιομοδίτικα ταγέρ από την εποχή που ήταν νέα. Ποτέ δεν έγινε μοντέρνα σαν την Άννα την Βίσση. Ο χρόνος για εκείνη είχε σταματήσει τη στιγμή που γεννηθήκαμε. Τριάντα χρόνια πριν.
Στην ακριανή είχε τα σεντόνια μας. Δεν μου άρεσαν. Ήταν όλα αγορασμένα από πλανόδιους έμπορους. Ήταν όλα κουρασμένα από μια ζωή τόσο μικροαστική και τόσο απρόσμενα σύντομη. Στο σπίτι μου είχα μόνο ντιζαινάτα σεντόνια, σε μια προσπάθεια να δείξω πως το γούστο μου διαφοροποιήθηκε από αυτό εκείνης. Με ενοχλούσε η επιθυμία της να επιβάλει την αισθητική της πάνω μου. Μέχρι και τα δώδεκά μου, με έντυνε όπως ήθελε αυτή. Σαν τον άντρα που θα ήθελε να έχει.
Στη συνέχεια το βλέμμα μου έπεσε στην ανοιχτή πόρτα, η οποία έβλεπε μέχρι το παιδικό μου δωμάτιο. «Κοιμόταν πάντοτε από αυτή την πλευρά, μάλλον για να μας βλέπει, να μας ελέγχει», ψιθύρισα. Κρατούσε την πόρτα ανοιχτή με ένα δοχείο μεταλλικό νερό για το σιδέρωμα, δεκαετίες τώρα. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να κοιμάται με την πόρτα κλειστή. Όχι ψέματα, το έκανε κάποιες φορές όταν ήθελε να κοιμηθεί και εγώ είχα δυνατά την τηλεόραση.
Και όταν εμείς φύγαμε για σπουδές στην Αγγλία, το δοχείο για πάντα εκεί, να κρατά ανοιχτή την πόρτα! Όλα εκείνα τα χρόνια μας περίμενε ανυπόμονα λες και θα γυρνούσαμε από βραδινή έξοδο. Όλα εκείνα τα μοναχικά βράδια θα κοιτούσε ακόμα πιο επίμονα. Πόσες φορές δεν θα σηκώθηκε μέσα στο μισοσκόταδο και το κρύο του χειμώνα για να μας σκεπάσει και αντιλαμβανόμενη πως λείπουμε θα έβαλε τα κλάματα; Ίσως τότε να έμενε ξύπνια μέχρι το ξημέρωμα περιμένοντας μια «λογική» ώρα για να μας τηλεφωνήσει. Εμείς ή μάλλον εγώ, διαμαρτυρόμουν για το ακατάλληλο της ώρας, της μιλούσα κουρασμένα και ανόρεχτα.
«Τι ώρα είναι αυτή που παίρνεις, είστε 2 ώρες μπροστά!» Το έκλεινε χωρίς να πει λέξη. Μας αγαπούσε με πάθος. Όπως όλες οι μαμάδες άλλωστε. Η δικιά μου όμως δεν είχε ζωή εκτός από εμάς. Μας αγαπούσε γιατί δεν είχε τι άλλο να κάνει. Ήταν μια διαρκής απαγόρευση. Ποτέ δεν καθίσαμε στο σαλόνι. Το φύλαγε «καινούριο» για τους γάμους μας, που ήλπιζε να είναι πιο τυχερότεροι από τον δικό της. Πάντα γκρίνιαζε για να κλείσουμε τον θερμοσίφωνα, να μην τρέχουμε στο μπαλκόνι, να μην βάζουμε τα πόδια στον καναπέ, να μην παίζουμε μαξιλαροπόλεμο, μπουγέλο …
Ήμασταν όλη της η ζωή και τώρα που δεν υπάρχει, τι είμαστε; Όλος της ο θάνατος; Υπήρχαν φορές που ντρεπόμουν για αυτή. Δεν ήταν όσο μορφωμένη μου άξιζε, όσο νέα έπρεπε, όσο όμορφη ήθελα. Δεν ξέρω εάν το καταλάβαινε. Την σκέφτηκα σαν γυναίκα. Ποτέ δεν μπόρεσα να αντιληφθώ πως ήταν τέτοια. Ήταν η μαμά μου. Για κάποιους όμως υπήρξε γυναίκα.
Την σκέφτηκα σαν φίλη κάποιων ανθρώπων, σαν συγγενή άλλων. Θα λείψει και σε αυτούς άραγε; Μάλλον όχι, δεν ήταν ιδιαίτερα γοητευτικός άνθρωπος. Ήταν απλή…ήταν σαν όλους. Τρεις μέρες μετά. Περιφερόμουν τώρα στους χώρους του σπιτιού μας και περισυνέλεγα μνήμες, εστίαζα στις πιο αδιόρατες λεπτομέρειες ότι δεν είχα εντοπίσει ως τότε. Είδα μουτζούρες στις γωνίες των τοίχων από τα λάστιχα των ποδηλάτων, ξεφτισμένες κλωστές στις μοκέτες από το κυνηγητό, γρατσουνισμένα πλακάκια από την μπάλα μέσα στο σπίτι, όσο έλειπε.
Σε αυτές τις επιμέρους λεπτομέρειες, σε αυτά τα λάθη, θα μπορούσε κάποιος να διαβάσει τη ζωή αυτού του σπιτιού. Του δικού μου σπιτιού. Ήταν ενδείξεις πως κάτι συνέβαινε, μην φανταστείτε τίποτα τρομερό, όχι ότι σας πέρασε από το μυαλό. Χάιδευα με την παλάμη μου τους τοίχους του χολ. Σε κάποιο σημείο ένιωσα το χέρι μου να αγγίζει μια ρωγμή η οποία δεν ήταν πια εκεί. Είχε κάποια στιγμή διορθωθεί, όχι όμως για τη μνήμη του σώματος. Η μνήμη της αφής την εντόπισε και την αναπαρήγαγε στο ακέραιο. Για εμένα όσα στρώματα μπογιάς και εάν την καλύψουν σε αυτό το σημείο θα υπάρχει πάντοτε μια πληγή. Είναι σαν να προσπαθεί μια υπεραιωνόβια γυναίκα να κρύψει την φθορά του βίου της με παχιές στρώσεις make up. Impossible!
Έμεινα στο σπίτι μέρες. Υπό άλλες συνθήκες θα το είχα κάνει μπουρδέλο και όμως δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη της παρουσίας μου. Τώρα πια το φρόντιζα σαν να ήταν εκείνη. Οι γείτονες με έβλεπαν μέσα από τα τζάμια να πηγαινοέρχομαι από δωμάτιο σε δωμάτιο, σαν χρυσόψαρο σε γυάλα.
Έπλενα τα ποτήρια και τα στέγνωνα όπως εκείνη, σφουγγάριζα με επιμέλεια. Της άναβα το καντηλάκι, πράγμα για το οποίο κάποτε την κορόιδευα. «Δεν υπάρχει θεός, όλα αυτά είναι βλακείες. Είσαι ηλίθια!», της φώναζα. Προσπάθησα να μαγειρέψω. Είχε συνταγές μόνο για γλυκά. Τα φαγητά η μαμά τα έκανε από μνήμης. Το ίδιο και εγώ. Έφτιαξα το αγαπημένο μου. Έστρωσα το συνηθισμένο εμπριμέ τραπεζομάντιλο. Σέρβιρα στον εαυτό μου και προσπάθησα να φάω.
Όχι, δεν θα κατάφερνα να πετύχω το αποτέλεσμά της. Δεν είχε σημασία που δεν ήταν η πιο καλή μαγείρισσα. Ήταν το φαγητό της μαμάς μου. Μου ήρθε να κάνω εμετό. Το απεγνωσμένο μου βλέμμα γύρεψε βοήθεια. Μα δεν υπήρχε κανείς να συντρέξει. Άνοιξα την τηλεόραση. Έβαλα να δω ότι θα έβλεπε εκείνη. Όλα όσα κορόιδευα. Ήθελα με αυτόν τον τρόπο να την διατηρώ παρούσα.
Ο ήχος τέλους της σειράς σήμαινε πως θα μπορούσα να πάω στο μπάνιο. Επέστρεψα, διέκρινα με την άκρη του ματιού μου την ημιτελή προσπάθεια κάποιου να κατεβάσει τις κουρτίνες. Μάλλον είχε αποπειραθεί αλλά δεν πρόλαβε. Έφερα τη σκάλα, τις κατέβασα. Δεν την είχα βοηθήσει ποτέ να το κάνει. Ήταν τόσο βαριές είχε δίκιο! Τις έβαλα σε μια λεκάνη. Τις πήγα στο μπάνιο. Επέστρεψα και πάλι. Ποτέ δεν τελειώνουν οι δουλειές σε αυτό το σπίτι διαμαρτυρήθηκα στον παρουσιαστή της τηλεόρασης. Ήταν ο καθημερινός συνομιλητής της, ερήμην μου ασφαλώς.
«Η μαμά ήταν πολύ περήφανη για την καριέρα μου», σκέφτηκα. Δεν ήξερε βέβαια πόσο μαλάκας και σκληρός ήμουν με τους άλλους ή μάλλον υποψιαζόταν. Και όμως δεν θα με μάλωνε που πούλησα τη ζωή του πιτσιρικά που ήμουν για μια μεζονέτα και ένα αυτοκίνητο. Οι μανάδες είναι οι πιο συμβιβασμένοι άνθρωποι. Να ένα λάθος που κάνουν!
Εγώ ήθελα να είμαι πιο γαμάτος από τους άλλους. Ποιους άλλους; Αυτούς που θα με πουλούσαν για ένα αυτοκίνητο και μια προαγωγή, ίσως και για απείρως λιγότερα. Και εδώ που τα λέμε καλά θα μου έκαναν γιατί εάν δεν το έκαναν αυτοί θα τους πουλούσα εγώ. Μόνο μετά την συντριβή μπορείς να αισθανθείς συμπόνια. Τώρα πια καταλαβαίνω γιατί ανησυχούσε για το εάν είμαι καλό παιδί. Όλοι πρέπει να είμαστε καλά παιδιά για να βρεθεί κάποιος να μας αγαπήσει όταν εκείνες πεθάνουν.
Ποιος θα με αγαπάει τώρα που δεν υπάρχει αυτή; Μάλλον κανείς! Κοίταξα μέσα από το παράθυρο μια μαργαρίτα που άνθιζε στο περιθώριο του μπαλκονιού. Τόσο παλιό ήταν το σπίτι και τόση η επιθυμία αυτού του λουλουδιού που άνθισε στο τίποτα. Στην σκιά από τα κάγκελα.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Πήγα να το σηκώσω.
– «Παρακαλω», είπα. «Παρακαλώ», επανέλαβα… «Ποιος είναι μιλήστε μου», φώναξα κλαίγοντας.
– «Πήρα να δω αν έφαγες το φαγητό σου», νομίζω πως άκουσα.
http://tr.fvtrc.eu/aff_i?offer_id=925&aff_id=6728&file_id=19437
Του Ιωάννη Παπαναγιώτου

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Η Προσευχή της δασκάλας



Ενα λυρικό και παθιασμένο ποίημα της βραβευμένης με Νόμπελ Χιλιανής ποιήτριας Γκαμπριέλας Μιστράλ, που ξυπνά συναισθήματα σεβασμού για τις εξαιρετικές δασκάλες και δασκάλους που πέρασαν από τη ζωή μας. Είναι οι άνθρωποι που μας σημάδεψαν, γιατί αναγνώρισαν την αυθεντική μας φλόγα, γιατί μας ενθάρρυναν να πατήσουμε στα πόδια μας και να βρούμε τη δική μας θέση στον ήλιο, γιατί έκαναν τη δουλειά τους με ζήλο και αφοσίωση όποιες κι αν ήταν οι δυσκολίες:
teacher and students
Θεέ μου, Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω•
που φέρω την ιδιότητα του δασκάλου,
που Εσύ έφερες όταν ήσουν στη γη.
Δώσε μου μοναδική αγάπη για το σχολειό μου•
τόση που, όσες κι αν είναι οι δυσκολίες, να μην μπορούν
να κλέψουν την τρυφεράδα  απ’ τις στιγμές που ζω.
Δάσκαλε, κάνε ακατάπαυστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου αυτόν τον ανομολόγητο πόθο
για ικανοποίηση που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της δυσφορίας
που νιώθω όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η αδιαφορία και να μην θλίβομαι
για τη λήθη αυτών που μας δίδαξαν.
Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν’ αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως αυτές
τα παιδιά που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βοήθησέ με να πετύχω για καθένα
απ’ τα παιδιά μου τον στίχο μου τέλειο
και να σου αφήσω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
για όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.
Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
ώστε να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας για το σκοπό μου.
Δώσε στο δημοκρατικό σχολειό μου
τη λάμψη που σκορπίζεται
όταν τα ξυπόλυτα παιδιά μου τρέχουν.
Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου•
κάνε με αδιαπέραστη σε ό,τι μπορεί
να μην είναι αγνό,
σε κάθε πίεση που δεν συντονίζεται
με τη θερμή θέλησή σου για τη ζωή μου.
(….)
Δώσε μου απλότητα και βάθος·
λύτρωσέ με απ’ το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.
by christian schloe
Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το στήθος μου με τις πληγές,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
τις καθημερινές μικροαστικές θλίψεις μου.
Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!
Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολειό μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.
Και, τέλος, θύμιζέ  μου
από την ωχρότητα του καμβά του Βελάσκεθ,
ότι το να διδάσκεις
και ν’ αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην καυτή πλευρά του έρωτα.
Γκαμπριέλα Μιστράλ, «Η προσευχή της δασκάλας»

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα ή αλλιώς μικροί κυνηγημένοι Χριστοί στις μέρες μας!

Τώρα που πλήθυναν επικίνδυνα τα παιδιά του δρόμου, ας τα σκεφτούμε λίγο.
Ας αναγνωρίσουμε στα πρόσωπά τους το μικρό Χριστό, που ψάχνει χώρο πάλι να γεννηθεί μέσα στον τόσο αγριεμένο κόσμο μας!